Σάββατο 19 Σεπτεμβρίου 2015

Η ενέδρα


Η ενέδρα 

Στη λόχμη της σαβάνας άπιαστη
                         ελλοχεύει η μορφή του
Θαμπό το δάσος κι αδιαπέραστες
                                      οι συστάδες του
σαν τα πυκνά ματόκλαδα
                       μαυρομαλλούσας κόρης

Στη λόχμη
αμέριμνο τεντώνεται το σαρκοβόρο
με το στιλπνό του τρίχωμα
           να το χαϊδεύει ο άνεμος
                         και ν’ ανεμίζει η χαίτη
Στο δάσος
αμέριμνος διαβάτης
                           βαδίζω μες το ξέφωτο

Η σκοτεινή φιγούρα του
με παραμονεύει δείχνοντας
                                         τα δόντια της
ασκαρδάμυκτα τα μάτια της
               ζυγίζουν το περπάτημά μου

Και καθώς μετέωρο το βήμα μου
                 Τεντώνεται το αιλουροειδές
σαν έλασμα στο ανέβασμα του ήλιου
κι ένα νύχι γαμψό γαντζώνεται
                                           στη ράχη μου

Πανικόβλητη ελαφίνα
η αμεριμνησία
               χάνεται ανάμεσα στα δέντρα
κι ένα ρυάκι αίμα μου, ρέει
                                    στο ξερό χορτάρι
τότε ακριβώς είναι
                          που το σαρκοβόρο ζώο 
ξεγυμνώνει τα άσπρα κόκκαλά μου
κι εκτίθεται η γύμνια μου στον ήλιο  

Στις σκοτεινές θίνες του μυαλού μου
                       κρύβεται το αιλουροειδές
παραφυλάει στη μοναξιά μου
                         με μάτια ασκαρδάμυκτα
κι ένα ξεγυμνωμένο νύχι έτοιμο
                           να χωθεί στη ράχη μου

Μ’ έσφαξε και πάλι απόψε ο αίλουρος
μα τι ψάχνει επιτέλους να βρει
                                 μες στην πληγή μου;

                                Γιάννης Ποταμιάνος


Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου 2015

Ουτοπίες


Ουτοπίες

Οι νέοι καιροί χρειάζονται
                              φωτιά, σφυρί κι αμόνι
Κι έναν μουτζούρη εργάτη
         που να πυρώνεται και να επιμένει
Να επιμένει με τη τσιμπίδα του
                 στα πουλιά και στα λουλούδια
Ν’ ακούει την πέτρα ομιλούσα
                                        και σημαίνουσα
και την ουτοπία
                     να του χτυπάει το κουδούνι
Έναν εργάτη οιηματία
                 να βάζει φωτιά στ’ αρχέτυπα
και σφύζοντας από πόθο
να εισελαύνει
            φωτοστεφής με πάταγο
                                            στην Ιστορία,
με τη φαρέτρα του
           γεμάτη ραγάνια ρηξικέλευθα

Όμως να ξέρεις πως
Το μόνο ρητό που οδηγεί στην ουτοπία
                                                      είσαι εσύ
Είσαι η μόνη θέση που γνωρίζω
                                           και μου λείπεις
που ανοίγεις την πύλη των ονείρων μου
που σε προσμένω σαν την Ηχώ
                                          απ’ τη φωνή μου
Εσύ είσαι το ουσιαστικό που λείπει
                                        απ’ τη φράση μου
η αναδυόμενη Αφροδίτη
που αιωρείσαι και χάνεσαι
                                  πέραν των οριζόντων
Εσύ, η τόσο ερωτική που γίνεσαι άρρητη
         υπεράνω όρων και εκτός των ορίων

Εσύ κι ένας μουτζούρης εργάτης
                        που πυρώνεται και επιμένει
να πιάνει στη τσιμπίδα του
                         τα πουλιά και τα λουλούδια
Εσύ κι ένας εργάτης οιηματίας
                     μου βάζετε φωτιά στα όνειρα,
Και σφύζω από πόθο
να εισβάλω με πάταγο, κατακτητής
                                                   στην Ιστορία,
κομίζοντας στο δισάκι μου
                                     ραγάνια ρηξικέλευθα

Πως αλλιώς;  
Αφού η Δικιά μου ουτοπία
                                 είναι γάργαρο βλύσμα
αστείρευτο
                   όπως έρωτας και επανάσταση
 
                                   Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή 30 Αυγούστου 2015

Στο φεγγαρόφωτο οι σκιές μακραίνουν


Στο φεγγαρόφωτο οι σκιές μακραίνουν  

Με την άκρη των δακτύλων σου
τον πόνο που ‘χεις μες στα φυλλοκάρδια σου
                                                                ψηλάφισε
ρίξε τον στο χαρτί ζωγράφισέ τον
                    με τ’ ασημένιο φως του φεγγαριού
Κανείς δεν θα σε καταλάβει
έτσι κι αλλιώς
            στο φεγγαρόφωτο οι σκιές μακραίνουν
αλυχτάνε τα σκυλιά
              και χλιμιντρίζουν τ’ άλογα
                                        στο ξέφωτο του δάσους

Στην ερημιά του κάμπου
το κάρο που ‘ρχεται από μακριά
                μας φέρνει κουρασμένους ταξιδιώτες
Ένα κορίτσι στ’ απέναντι παράθυρο
                                                             αναστενάζει
ποτίζει το βασιλικό της μοναξιά
                     κι αυτός φουντώνει σγουρομάλλης
έτσι που μοσχοβολάει η γειτονιά καημό

Αυτά τα σπίτια με τα κόκκινα κεραμίδια
                                                           στον ανήφορο
αγκομαχούν κουβαλώντας χρόνια δίσεκτα
Με ανοιχτή την πόρτα τους όλο στοργή πάντα
                                                      μας προσμένουν
κι ας διαδίδει ο άνεμος πως είναι ακατάδεκτα
Τα μεγάλα σπίτια τα’ παλιά
                  που πάντα περιμένουν καβαλάρηδες
                        και μέσα τους τα τρώει το σαράκι
Όμως στη σκεπή τους κουρνιάζουν
πουλιά και φίδια
                         να χάνει ο θάνατος το δρόμο του
           καθώς αλώνει η ζωή την ερημιά της ύλης
έτσι που να ξαναβρίσκει ο κύκλος την αρχή του

Ένα κορίτσι στο παράθυρο
                                        σε σπίτι παλιό που τρίζει,
                                                               αναστενάζει
ποτίζει τον σγουρό βασιλικό
κι ονειρεύεται τους καβαλάρηδες που θα ‘ρθουν

Σπίτια παλιά με πουλιά και φίδια
                                                         στις σκεπές τους
με μια κόρη κι ένα σγουρό βασιλικό
                                                      στο παραθύρι τους
κουβαλούν μες τα χρόνια,
                                            αγάπη για ζωή και έρωτα
              έτσι για να χάνει ο θάνατος το δρόμο του

στο φεγγαρόφωτο όπου αλυχτάνε τα σκυλιά
                                           και οι σκιές μακραίνουν

                                                     Γιάννης Ποταμιάνος