Σάββατο 4 Απριλίου 2020

Πανδημία


Πανδημία   

Ασπρόμαυρη η μοναξιά περιφέρεται
                            στους δρόμους της Πόλης
Η μελαγχολία πίσω  απ’ τα τζάμια
                    αναμετρά της νύχτας τις σκιές
Ο μέγας τρόμος περιπολεί στους δρόμους
Κι εγώ βαδίζω ολομόναχος παραδομένος
                στα πυρπολημένα δευτερόλεπτα
με σκοτεινό βλέμμα
                               εσώκλειστης απόγνωσης

Κρυμμένη πίσω απ’ τα παραθυρόφυλλα
                                   παραμονεύει η σιωπή
καθώς μαχαιροβγάλτης ύπουλος ο φόβος
          ακονίζει το μαχαίρι του στη μοναξιά

Στου φεγγαριού τη θλίψη λούζεται
                                                        ο θάνατος
Κι ο Γαλαξίας παγερά αδιάφορος
                                       στριφογυρίζει αργά
               τα διπλοκλειδωμένα μυστικά του

Κάποια αγάλματα κοιτάζουν απορημένα
                                        τις έρημες πλατείες
Στη χοάνη του φόβου που καταβροχθίζει
                                               τα μελλούμενα
     οι άνθρωποι έχασαν τα πρόσωπά τους

Στην πανδημία η θαλπωρή της αγάπης
                                                είναι ιαματική
Κι  ελπίδα η αλληλεγγύη που μοιράζει
                αναπνευστήρες στα νοσοκομεία

Οι γέροι με βαθιές εισπνοές θανάτου
                                                     αφυπνίζουν
το μέσα μας, κοιμισμένο από καιρό, Εμείς

Ελάτε να στήσουμε το έρκος
                                            των ασπίδων μας
Από μονοπάτια μυστικά
         ο Εφιάλτης οδηγεί τις ορδές θανάτου
Ευτυχώς που η Ιστορία είναι πανούργα
             και πάντα χαρίζει στήθος κι όνειρα
               σ’ όσους γενναίους αντιστέκονται

                                              31 Μαρτίου 2020
                                                                                       Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή 23 Φεβρουαρίου 2020

Σχεδία


Σχεδία   

Ουράνια μήτρα σκοτεινή
                  ενδιαίτημα των ονείρων μου
Αραχνοΰφαντοι οι πόθοι μου
               με τις ακτίνες των άστρων σου
Μα όσα ονειρεύτηκα το μεσονύκτιο
                                           πυρπολήθηκαν
                 στο ορθρινό μάγμα της αυγής
 
Στο μάτι της στροφοδίνης ηρεμία
και γύρω να λυσσομανάει
                                            η αβεβαιότητα
Μηνύματα μου στέλνουν τ’ άστρα
              πως ποτέ δεν θα γνωρίσουμε
                      τα μυστικά τους μονοπάτια

Ξέρω πως
μόνη διέξοδος στη μιζέρια του εφικτού
      είναι οι οραματισμοί του ανέφικτου
Ξέρω πως
όλα τα μονοπάτια του νησιού
                             οδηγούν στη θάλασσα
Μόνο που μας λείπει πια το σκαρί
και κυρίως το κουράγιο
                    των παλιών θαλασσοπόρων
να κοιτάξουμε στα μάτια
                                  τα θαλάσσια τέρατα

Θάλασσα σκοτεινή σ’ εσέ
                                    το πρώτο σκίρτημα
              μήτρα μου η θαλασσινή σπηλιά
και γεννήτορας φαλλός ο ύφαλος
             των σπόγγων και των κοραλλιών
Στο λιμάνι σου η σχεδία μου
                                        ψάχνει για άνεμο
μα η άπνοια θέλει θυσία κουρμπάνι
                            αγνότητας και ομορφιάς

Θάλασσά μου εγώ θα σε ταξιδέψω
Ακόμα κι αν με αγνοήσουν
    Σειρήνες, Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες  
Ακόμα κι αν η ρότα μου χαθεί
 στο χωνευτήρι της απεραντοσύνης σου

Δεν με χωράει ο γαλαξίας
 ας μαζεύω λουλούδια στ’ αστρολίβαδα
Δεν με χωράει η θάλασσα
    ας ψαρεύω μαργαριτάρια του βυθού
Μια ανθοδέσμη κι ένα περιδέραιο
Δεν αρκούν να απαλύνουν  
                     την υπαρξιακή μου μοναξιά

Ξημερώνει
Είναι η ώρα που αισθάνομαι αδύναμος
η ώρα που πιστεύω πως δεν υπάρχει
                            δρόμος για την Κολχίδα
και πως το χρυσόμαλλο δέρας είναι
                                        μόνο ένας μύθος

Ξημερώνει
κι η παλιά σχεδία μου
                  δεμένη στο λιμάνι ανήμπορη  
Νέοι καιροί, άνεμοι θυελλώδεις
            κι εγώ να χρειάζομαι επειγόντως
πλοίο ποντοπόρο  
                        και νέα ρότα ρηξικέλευθη

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2020

Ονειρομύστης


Ονειρομύστης 

Εγώ κατοικώ σ’ ένα λουλούδι
             ανοιχτό στον ουρανό
                     διάφανο στην επιθυμία
Κι έρχονται οι μέλισσες
                   με τα μεγάλα τους φτερά
να λυτρώνουν τον πόθο
                          να γονιμοποιούν ζωή

Εγώ κατοικώ σ’ ένα λουλούδι
               λες κι η άνοιξη είναι αιώνια
Ηφαίστεια στον πράσινο λόφο
            εκρήγνυνται τα τριαντάφυλλα
κι η λάβα τους κατρακυλάει
                                     ως τις ρίζες μου

Το τριαντάφυλλο λουλουδίζει
                      σε πόθους αρχέγονους
είναι τόσο κοντά στο ζώο μου
              που μου μιλάει χωρίς λέξεις
         μόνο με μυρωδιές και σήματα
λύνει τη γόρδια λογική μου
                                          και δακρύζω
λύνει τα γόνατά μου και προσκυνώ

Είμαι τόσο κοντά σ’ αυτό
                                   το τριαντάφυλλο
που βγάζω στην πλάτη μου φτερά
και τριγυρνώ μες τους ανθόκηπους
                λες κι η άνοιξη είναι αιώνια

Έτσι είμαι εγώ,
επιμένω να κατοικώ σ’ ένα λουλούδι
                                      με θέα ουρανό,
ονειρομύστης στην ανθισμένη ευνή
   μιας ευωδερής νύχτας ανοιξιάτικης

                           Γιάννης Ποταμιάνος