Σάββατο, 4 Ιουνίου 2016

Το δόκανο

  
Το δόκανο  

Ο χρόνος δόκανο έστησε
                            και πιάστηκε ο ίδιος
Ο χρόνος ο αυτόχειρας
                     που τρώει τα σωθικά του
Ρίχνει τα ζάρια συνεχώς
                       ώσπου να φέρει εξάρες
και όταν γυρίζει να τις δει
                         σαν στήλη μαρμαρώνει

Σαν συναντιούνται οι εραστές
                                και έσονται εις ένα
το χρόνο ανελέητα
                       σκοτώνει ο έρωτάς τους

Ο χρόνος ναρκισσεύεται
                         σ’ ένα καθρέφτη μέσα
Φοράει ρούχα καθαρά
                             το Σάββατο το βράδυ
κι όταν αρχίζει ο χορός
                               αρχίζει τις φιγούρες
χορεύοντας ζεϊμπέκικο
                          με ανοιχτές φτερούγες

Αόρατος σαν ποίηση
                              διαφανής σαν στίχος
Κλαίει με το σαξόφωνο
                             δακρύζει στο κλαρίνο
Σαν συναντιούνται οι εραστές
                                και έσονται εις ένα
Τα βρίσκει σκούρα στο φιλί
                        στον έρωτα, στη μνήμη

Ο χρόνος δόκανο έστησε  
                                 και πιάστηκε ο ίδιος
Μα ροκανάει το πόδι του
                                τ’ ατρόμητο κουνάβι
ξαναγυρεύει λευτεριά
                                 κι ανάπηρο ας είναι

Ξανά απ’ την αρχή:
Ο στίχος δόκανο έστησε  
                                 και πιάστηκε ο ίδιος
Μα τριγυρνάει ελεύθερος
                               κι ανάπηρος ας είναι
Δαγκώνει η γάτα το σκυλί
                                 και το σκυλί τη γάτα
Ώσπου να ‘ρθει τ’ αφεντικό
                          να δέσει τα λουριά τους

Και πάλι απ’ την αρχή:
Ο στίχος έστησε χορό
                               μα άχρονος του βγήκε
ή καλύτερα:
Ο στίχος βρήκε το ρυθμό
                                  μα άρρυθμος χορεύει
Ώσπου να ‘ρθει το λυκαυγές
                            και να χαθούνε τ’ άστρα

Αχ άρχισε να ξημερώνει!
Γι αυτό:
Μην κλαίς και μην οδύρεσαι
                                   όσο υπάρχει χρόνος
θα γράφονται ποιήματα
                        να τραγουδούν τ’ αηδόνια

Κι εγώ ο καλλικέλαδος
                               εφ’ όσον ποιώ υπάρχω
ή καλύτερα:
Εφ’ όσον καλλικέλαδος
                                      στιχοβολώ το χάρο

Επιτέλους ξημέρωσε ευτυχώς με ποίηση!


                                      Γιάννης Ποταμιάνος