Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

Ώριμοι καιροί


Ώριμοι καιροί
                 Του Γιάννη Ποταμιάνου

Σαν αντιλάλησε διάτορος
…………………   η κραυγή ιστορίας
ξεσηκώθηκαν τα όνειρα
Αναλήφθηκαν  στους ουρανούς,
………………….  κι έγιναν πουλιά

Φτερούγισαν  τα πουλιά,
……………………  έγιναν σμήνη
Κι εμείς ξοπίσω τους
Ασθμαίνοντας να κυνηγάμε
…………………….. τις σκιές τους
Να ελλοχεύουμε με θηλιές
……………………..  μες τα ξερόκλαδα,
Με ξόβεργες  στ’ αγκάθια

Μα πώς να πιάσεις τ’ όνειρο;
Αφού σαν ήρθαν οι καιροί
 ………………  κι’ άνθισαν οι λειμώνες
Σύνθημα έδωσε η Ιστορία, ριγηλό
«Να γίνουν τα όνειρα ζωή»

Μα πώς να πιάσεις τ’ όνειρο;
Αφού σαν ήρθαν οι καιροί
Και θησαύρισε
……………… με χρώματα το φως,
Σύνθημα έδωσε η φύση, ευωδερό
Τα σκουλήκια
……………… να γίνουν  πεταλούδες

Γι’ αυτό  πέταξαν τα όνειρα
………………  κι’ οι  ψυχές μας  
Γι’ αυτό κι εμείς ξοπίσω τους
………………  ενεοί τα κυνηγάνε
Ας σταματήσουμε  
………………  να στήνουμε παγίδες
και αποξηραμένα λουλουδάκια,
………………  μες στους στίχους μας

Αφού δεν βαλσαμώνονται οι ψυχές
……………… κι’ ωρίμασαν οι καιροί
Ξανά  εμείς  περήφανοι ποπολάροι,
………………  Έστω και ρακένδυτοι, στη μάχη
να διδάσκουμε, ακόμα αυταπάρνηση
Καθώς στις σημαίες μας ανεμίζει επίμονα
 ………………  ο συλλογικός  πόθος

Πως αλλιώς;
Αφού δεν βαλσαμώνονται τα όνειρα
Στους δύσκολους καιρούς
Εμάς, πάντα θα μας οδηγούν
…………………….  οι γόνιμες στερήσεις

Πως αλλιώς;
Αφού όταν σκύμνοι λιονταριών
……………………. βυζαίναμε στέρφες μάνες
Μάθαμε να ορθώνουμε τη χαίτη μας
……………………. Γρυλίζοντας
μες απ’ το έρκος των οδόντων μας
 …………………… το όχι στην εκμετάλλευση
ψυχών τε και σωμάτων

                       27 Σεπτεμβρίου 2010
                      Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο 16 Οκτωβρίου 2010

Δαμασμένα άλογα


Δαμασμένα άλογα
                 Του Γιάννη Ποταμιάνου

Μπαίνω στο αίνιγμα κρατώντας
                                       ένα κεράκι
Να φωτίζει τρεμοσβήνοντας
                      τις σκοτεινές γωνίες
Μα πάντα ελλοχεύει στο σκοτάδι
                         ένας Προκρούστης
για να  κονταίνει τη σκέψη
                           με τη λογική
                        
Μα όσο οι άδηλες αγωνίες μου
ψηλαφούν το πρόσωπο του αδιανόητου
Λογχίζει το τυχαίο τα πλευρά  
                          της αναγκαιότητας

Γι’ αυτό αναθρώσκω
                στα ουρανόσταλτα νέφη
να θησαυρίσω ονειρομορφές
                               και μύθους
για τα βράδια της μοναξιάς
τότε που το ασημένιο φεγγάρι, σφηνώνει
ανάμεσα
              στα σφιγμένα δόντια μας
και μιμνήσκει το ανεπίστρεπτο ταξίδι   

Όμως μακάριοι όσοι τρώνε και πίνουν
άκρατη την εκμηδένιση τους
Βαδίζοντας στα θολά τοπία
                 της συλλογικής βούλησης
Ταπεινοί σαν δαμασμένα άλογα
σέρνουν συντροφικά το βαρύ φορτίο τους
Γαληνεύουν  έτσι οι πορείες τους
στα κακοτράχαλα μονοπάτια

Ναι μακάριοι όσοι προσμένουν
τη μυροφόρα άνοιξη
Να ραίνει με τα μύρα της
τη χειμωνιάτικη αποσύνθεση
Γιατί αυτοί ξέρουν
Πως η άνοιξη πάντα προπορεύεται
Πως φυτρώνει στη μέση του χειμώνα
Και γίνεται η πρώιμη αμυγδαλιά

Ναι μακάριοι αυτοί που ξέρουν
Πως ο μέγας ντελάλης της ελπίδας
                                           ο έρωτας
Στιλβώνει τις τροχιές
                                  των αστεριών
καθώς οδηγεί τα σμήνη
                        στα πύρινα ταξίδια τους

Ναι! Ένα κεράκι είναι η άνοιξη
Να φωτίζεις τον χειμώνα
Κι’ ο έρωτας μαχαίρι
Για να μοιράζει τη μοναξιά στα δύο

Γι’ αυτό. Στον έρωτα
ας αισιοδοξεί η φύση την αθανασία της
Στην συντροφικότητα
ας ελπίζει η ιστορία την δικαιοσύνη της

                                            24 Ιουλίου 2010
                                         Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή 10 Οκτωβρίου 2010

Έφτασε το ΔΝΤ


Έφτασε το ΔΝΤ
                 

Συναγερμός εργαζόμενοι
Τα λιοντάρια βγήκαν για κυνήγι
Αίμα ζεστό θα ρεύσει απόψε
                                    στη σαβάνα

Οι επιτετραμμένοι έφτασαν,
              γέμισε ο ορίζοντας
                               πειρατικές σημαίες
Τρέχουν οι Νενέκοι
              με υποκλίσεις
                                για καλωσορίσματα

Φέρνει πανικό το μαύρο σύννεφο
                   που σκέπασε τη χώρα
Βροντάει ο ουρανομήκης κεραυνός
μαρμαρυγές
                   στα φυλλοκάρδια

Ποιος δεν ακούει τώρα
                   τις οιμωγές των άνεργων;
Τ’ αρίφνητα βελάσματα
                   στα σφαγεία των αμνών

Βγήκαν στις γειτονιές σεργιάνι,
                   οι εφιάλτες των ονείρων
Έπεσε το πέπλο της σιωπής
                   στις λαϊκές ταβέρνες

Βαρύ φορτίο για τον εργαζόμενο
                            η απελπισία
Τα όνειρα των συνταξιούχων
                           να σαπίζουν στα ταμεία
Και η ζωή στο αμόνι σπιθίζει,
καθώς τα σφυριά την χτυπούν
                             και μαλακώνει

Μα πώς να χωρέσει η ανθρωπιά
                      στους νέους κορσέδες
που σμίλεψαν οι σωτήρες μας

Δεν ντρέπομαι να το πω,
                      Όμως εγώ ελπίζω ακόμα
Καθώς είναι αδύνατο να κοροϊδέψουν
               τη ρημαγμένη νεολαία
                                     με ρετάλια δουλειάς

Θα σηκωθούν τα άδεια χέρια μας γροθιές
Να απαιτούν
                    το μερίδιο της φωτιάς
                                               που μας ανήκει
Υγρό φιλί η απελπισία μας
στα ξεραμένα χείλη της επανάστασης

Θα αστράψει στα άδεια μάτια μας
                            η αναπόφευκτη αγανάκτηση
Καθώς το δίκιο μας, κάρβουνο
                             ανίκητη  δύναμη
 στην ατμομηχανή της ιστορίας

Ας βιώσουμε τον πόνο μας
                           με αξιοπρέπεια,
Δεν θα πεθάνουμε μετρώντας το σκοτάδι
Το τέλος της εκμετάλλευσης
                                 νομοτέλεια
 Αλλά κι ο αγώνας μας ανάγκη  

     12 Αυγούστου 2010
    Γιάννης Ποταμιάνος