Κυριακή 3 Νοεμβρίου 2013

Το ταξίδι


Το ταξίδι

Ένα ταξίδι είναι η ζωή στ’ αστέρια 
     μια λάμψη ξαφνική μες το σκοτάδι
που ταξιδεύει στις αιώνιες
                      φρυκτωρίες των άστρων
Ένα ανάβλεμμα απολογισμού
               λίγο πριν το μαύρο βάραθρο

Ένα ταξίδι είναι η ζωή στη θάλασσα
                           μ’ ορθόπλωρο καράβι
            ένα ταξίδι δεμένο στο κατάρτι
Κι ο άνεμος
με τα φουσκωμένα μάγουλα
                       να πνέει για το επέκεινα

Αχ! Ο άνεμος
που σχεδόν πιάνω στα δάχτυλά μου
                                               μου γνέφει,
με καλεί να γίνω σύννεφο,
                                         να γίνω βροχή
         να γίνω κεραυνός και καταιγίδα,
χείμαρρος στα ρείθρα των βουνών,
                           ταξίδι για τη θάλασσα

Αχ! Ο άνεμος
                     Ένα ταξίδι είναι ο άνεμος
ένας κύκλος είναι το ταξίδι
                    από θάλασσα σε θάλασσα

Κι η ζωή;
Αχ ένα ταξίδι είναι η ζωή
                                 στα σκλαβοπάζαρα
Ένα ταξίδι αταξίδευτο,
Κι εμείς χρονοταξιδευτές  δεμένοι
                                               με αλυσίδες
όπως δούλοι
                      σε κουπιά αρχαίου πλοίου

Αχ η ζωή!
Ένας δουλέμπορος είναι η ζωή
πουλάει το κορμί και το μυαλό μας
                                                     όσο όσο
Κέρδος, κέρδος και ευτέλεια
                      φτώχια, μιζέρια κι αγωνία
που είσαι αξιοπρέπεια
                                      που μας έπρεπες  

Δούλοι στα κουπιά
                      δούλοι και το εμπόρευμα
Ένα χρονοτάξιδο είναι η ζωή
             μ’ αρχαίο πλοίο δουλεμπόρου
Ένα χρονοτάξιδο στο φως   
     μια λάμψη ξαφνική μες το σκοτάδι
μ’ ένα ανάβλεμμα απολογισμού της
                                               για επίλογο

Ένα ταξίδι είναι η ζωή
                                     κι ένα ανάβλεμμα
γι’ αυτό όσο μπορείς μην τα ευτελίζεις

Με πείσμα κάστορα
     γκρέμιζε δέντρα και χτίζε φράγματα                
Ν’ αλλάξεις τη ροή του ποταμού
                       μπορείς, μην τα ευτελίζεις

                           9 Σεπτεμβρίου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος






Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

Οδός Ερμού


Οδός Ερμού 

Όπως κάθε πρωί αυτός ο εργάτης
                     στάθηκε μπρος στον καθρέφτη
πήρε το ξυράφι του και ξυρίστηκε
Μετά άρχισε να κόβει τα δάχτυλά του                                      
    και ένα ένα να τα τυλίγει σε μια πετσέτα

Στο δρόμο συνάντησε ένα γενειοφόρο
- Είμαι ο Μαρξ του είπε, μην ξεχνάς
                             πως εσύ είσαι το αφεντικό
Παρακάτω ο Λένιν μ’ ένα πολυβόλο
                         θέριζε τα «παλαιά ανάκτορα»

Προχώρησε κι έστησε τον πάγκο του
                                                  στην οδό Ερμού
 Έβαλε επάνω τα δάχτυλά του στη σειρά
                                   κι άρχισε να τα πουλάει

Κάποιοι μουσικοί
                               στο απέναντι πεζοδρόμιο
        πουλούσαν τις φωνητικές χορδές τους
Δύο πουδραρισμένοι ηθοποιοί
                                     άσπροι σαν αγάλματα
             στέκονταν ακίνητοι στα βάθρα τους                                                
Ένας λαχειοπώλης στο σταυροδρόμι
                          πουλούσε κομμάτια ελπίδας
Ενώ ένας κουλουρτζής πουλούσε
                          λαχταριστά κομμάτια πείνας
Και λίγο πιο κάτω ένα γραφείο τελετών
                   πουλούσε γνήσιο μαύρο θάνατο
Στην οδό Ερμού όλα πουλιούνται
          υλικά και άυλα, ανθρώπινα και θεϊκά

Ο Μαρξ στο απέναντι πεζοδρόμιο
           τραβάει τα γένια του αγανακτισμένος
και επιμένει:
-Στον καπιταλισμό όλα πουλιούνται
αλλά μην ξεχνάς
                  ο άνθρωπος δεν είναι εμπόρευμα
Όμως αυτός ο εργάτης,
εδώ κι εκατοντάδες χρόνια
          κάθε μέρα κατεβαίνει στην οδό Ερμού
στήνει τον πάγκο του και πουλάει
                                  τα κομμένα δάχτυλά του

Κάποια μέρα πέρασαν κάποιοι αρχάγγελοι
    με τα σπαθιά τους και τις πανοπλίες τους,
τον ρώτησαν ποιος φταίει και οι άνθρωποι
                                          είναι δυστυχισμένοι
Αυτός όμως δεν είχε δάχτυλα στα χέρια του
                           να τους δείξει τον υπεύθυνο
και βγάζοντας μια τρομερή κραυγή
                               τους έδιωξε απ’ την αγορά

Το βράδυ
            γύρισε στο σπίτι του ευχαριστημένος
αυτή η μέρα, του πήγε καλά  
          είχε πουλήσει όλα τα δάχτυλά του  
                                                         σε καλή τιμή

Ξάπλωσε στο κρεβάτι του
Μια αφίσα του Μαρξ
                                     πάνω απ’ το κεφάλι του
περιμένει να κοιμηθεί
                                για να μπει στο όνειρό του
Ενώ στον απέναντι τοίχο
                          ο Φρόυντ χαμογελάει πονηρά
γιατί ξέρει πως το όνειρο
             θα ορίσει τελικά την πραγματικότητα

Δίπλα του ο Κορνήλιος Καστοριάδης
κουνάει καταφατικά το κεφάλι φωνάζοντας
«η θέσμιση τη κοινωνίας είναι φαντασιακή»

Αργά τα μεσάνυχτα τον πήρε ο ύπνος
την άλλη μέρα στην οδό Ερμού πούλησε 
        και τα υπόλοιπα μέλη του σώματός του
Μόνο την καρδιά του κράτησε απούλητη
                            για να μπορεί να ονειρεύεται

Μήγαρις και πιστεύει
πως το όνειρό του κάποτε
                                    θα γίνει πραγματικότητα;
Μήγαρις κι έχει ακόμα ταξική συνείδηση;
                       Μήγαρις κι υπάρχει ελπίς ακόμη;

                                           7 Οκτωβρίου 2013
                                          Γιάννης Ποταμιάνος