Δευτέρα 20 Αυγούστου 2012

Ας περιμένουμε το βράδυ






Ας περιμένουμε το βράδυ

Αχ πόσο βαρύ είναι αυτό το πρωινό
                     γέρνουν οι ώμοι, τρίζουν
Η μοίρα μας είναι γι άλλους ουρανούς
Είμαστε εμείς πουλιά στην καταιγίδα,
περιπλανώμενοι ιππότες στην στέρφα γη
Κοιμόμαστε στις θημωνιές
                           με το χρυσό χορτάρι
Ακούμε το ρυθμό της γης
                           καθώς βαριανασαίνει
Σαν τρίζει η άσπρη πέτρα
                          στο χάδι του Ηλιάτορα
                          

Αχ πόσο βαρύ είναι το πρωινό
                    στο δρόμο προς το τετριμμένο
Μας ροκανίζει ακατάπαυστα
                                   σαν ξύλο το σαράκι
Ανοίγοντας ακούραστα στοές
                              για να περνάει ο χρόνος

Αχ πως γερνούν οι λάμψεις
                                           πως θολώνουν
Πως θολώνουν οι λέξεις σκαλί σκαλί
σαν κατεβαίνουν
                            στου χαρτιού τα τάρταρα
Όταν μυρμήγκια κουβαλάμε
                             σαράντα τόνων βράχους
να χτίζουμε ποιήματα
και κάστρα άπαρτα της μισαλλοδοξίας

Ας γαντζωθούμε στο διάφανο
                                      βυζί του Ουρανού
στις λαμπερές του τις φακίδες, στ’ άστρα
Κι’ ας ρουφήξουμε άπληστα
                          απ’ τη ρόγα του, το δέος

Αφού είναι βαρύ αυτό το πρωινό
                             και τρέμουνε τα γόνατα
Ας περιμένουμε το βράδυ
Να κολυμπήσουμε
            ιερόσυλοι και ιερομύστες
                                                  ωραιόψυχοι
στου γαλαξία το κροντήρι
με άχραντα μυστήρια βακχεύοντας

                                           29 Μαρτίου 2011
                                         Γιάννης Ποταμιάνος

Τετάρτη 1 Αυγούστου 2012

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Νοσταλγώντας τραγωδία




Νοσταλγώντας τραγωδία    

Όταν ο ορείχαλκος
έμπροσθεν του σιδήρου γονυπετής
                                   εκλιπαρεί έλεος,
ανοίγει η βία τα σκέλη των αιώνων
                να γονιμοποιεί την Ιστορία

Τότε η πρόοδος αφήνει ενεούς
τους ποιητές να τραγωδούν
                                         τη νοσταλγία

Αχ! και μόνο,
ο ρόγχος μιας μηχανής σε κάθε πλοίο
                                               αρκούσε
να γλίτωνε το κεφάλι της Ιφιγένειας
                                           στην Αυλίδα

Λίγος ηλεκτρισμός να φωτιστεί  
             το σκοτεινό πρόσωπο
                                   του μάντη Κάλχα,
για να φανούν τα σάπια δόντια του
                κι οι πλαδαρές κοιλιές τους
Να μείνει γυμνός
                     αυτός ο μέγας
                                             υποκριτής
που τελικά πίστεψε στη δύναμή του

Όμως ήρθε η ώρα
            ο Λόγος να σηκώσει
                           το δίστομο σπαθί του
να λάμψει ο κεραυνός
                     στο σφυρήλατο τ’ ατσάλι
Ναι ήρθε η ώρα εγώ ο ανιδιοτελής
ο ανελέητος και κακεντρεχής
                    να προδώσω αμετανόητος
όλους τους μύθους του παρόντος  
χωρίς αργύρια, εντελώς δωρεάν
για να καταυγάσω το σάπιο πρόσωπο
                                             της εξουσίας
Ώστε να φυσήξει αγέρι δροσερό
που θα να δροσίσει τρυφερά το μέτωπο
                        των τελευταίων δικαιομάχων

Να τώρα εγώ ο προδότης
                       του παρόντος ο αρνητής
πάνοπλος σε πυρρίχιο χορό
θα ξεγυμνώσω την ψυχή μου
                                απ’ τα επτά της πέπλα  
για να γιορτάσω ολόγυμνος
             την αστείρευτη αειφορία μου

                                           4 Μάη 2012
                                     Γιάννης Ποταμιάνος