Παρασκευή, 16 Φεβρουαρίου 2018

Θύραζε κήνσορες


Θύραζε κήνσορες

Φόρεσαν τη μάσκα τους
                                         οι πόθοι μας
ετοιμάζονται για ξέφρενο χορό
πολύχρωμα βάφουν τα φτερά τους
                                      τα όνειρά μας
οι μνήμες φωτίζουν
                   πυγολαμπίδες της νύχτας
κεράστε με
ένα ποτό πάντα βοηθάει
                                         τη νοσταλγία
Ας πέσουν οι μάσκες
δεν υπάρχουν τη νύχτα
                                        οι καθρέφτες
το πρόσωπό σου
                         δραπετεύει στ’ άστρα
κι εσύ πίσω του
                        χάνεις τις βεβαιότητες
όσες απόμειναν
                 στη χθόνια υπόστασή σου
Τ’ άστρα περιμένουν
                        μα πώς ν’ απογειωθείς
σε τραβάει απ’ το μανίκι
                                      ο πεινασμένος
ο ορφανός από πρόσωπο
                 που ψάχνει στα σκουπίδια
                                                  για φαΐ
Βουλιάζει η πόλη
       άνθρωποι και αδέσποτα
                                μαζί στους κάδους
Ας πέσουν οι μάσκες
ξέφυγε ο χαρταετός μου
                          κι ανεβαίνει στ’ άστρα
Δεν μπορεί να κρυφτεί  κανένας
              τ’ άστρα όλους μας δικάζουν
Ακόμα κι αυτούς
                    που αμέτοχοι προσμένουν
την ιστορία να γυρίσει μόνη  
                                        τον τροχό της
Ακόμα κι αυτούς που βουλιάζουν
                                 στη μοναξιά τους
Η απραξία είναι συνενοχή
  χρωστάει στους πολλούς την πάλη
Όπως τα σαλιγκάρια
          κουβαλάς μαζί σου
                                    το καβούκι σου
               ενίοτε η μοναξιά είναι υγεία
όμως σαν αρχίσει η βροχή
               μαζί με τ’ άλλα σαλιγκάρια
βγες και πάλεψε
          για όσα ονειρεύτηκες
                                   στη μοναξιά σου
Η σκευωρία στις κορυφές
                                           του άστεως
εξέχει όπως μοναστήρι
                                         στα μετέωρα
Στον άμβωνα η υποκρισία
                          οι καμπάνες χτυπάνε
στα καμπαναριά απορημένοι
                          στέκουν στο ένα πόδι
                                            οι πελαργοί
Το αεράκι φέρνει δυσοσμία
                               όχι απ τους κάδους
αλλά απ’ τα σαλόνια
                            των αγανακτισμένων
Πρώην αυτοκράτορες
           τρίζουν τα δόντια, φοβερίζουν
Να πέσουν οι μάσκες
                                   θύραζε κήνσορες 
     με γυμνά πρόσωπα απολογηθείτε  
Άνθρωποι και σκυλιά
                             στους ίδιους κάδους
Δεν υπάρχει πλέον άλλοθι
            ας βγούμε απ’ το καβούκι μας
χρωστάμε ακόμα την πάλη
                           στ’ αυγινά μας όνειρα

                  15 Φεβρουαρίου 2018
                                                        Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

Στον λυγμό των άστρων


Στον λυγμό των άστρων  

Έρχεται αυθάδες, αλυχτώντας
                                 σπάει τη παγερή σιωπή
                                   σ’ αρίφνητα κομμάτια
Δίνει σχήμα και οστά στο έρεβος,
          υπόσταση στη σκιά που τ’ ακολουθεί

Γαβγίζει απειλητικά σαν αγριόσκυλο
ενίοτε μεταμορφώνεται
                                 σε πολύχρωμο παγώνι
να στολίζει τα ψηφιδωτά της σκέψης
Άλλοτε οξύ σαν πονόδοντος ασπαίρει
                     στις μαρμαρυγές του στέρνου

Τρομάζει σαν πουλί στης απουσίας
                                       τη χαίνουσα σιωπή
Έρχεται και επιτακτικά ζητάει θυσία
                     για να πνεύσει ούριος άνεμος
να ξεκινήσει το ταξίδι στ’ άγρια πελάγη
το καταπίνει η θάλασσα
                             για ν’ αναδύεται η στεριά

Έρχεται,
να έρχεται αμφίσημο και δισυπόστατο
σωμάτιο και κύμα
                         στήνει ως τ’ άστρα ικρίωμα
για να λικνίζεται μετάρσιο
                                 στης νύχτας την αιώρα
Έρχεται
και καθώς έρχεται μοσχοβολάνε
                                          στην αστροφεγγιά
τα άνθη του τυχαίου
Ολοκαυτώματα οι ιδέες
                                  διάττοντες αυτόχειρες  
                  που καίγονται στη λάμψη τους

Πως αλλιώς,
αφού αξίζει με το φως να ταξιδεύεις
     κι ας κουβαλάει τον λυγμό των άστρων

                                     Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

Φωτός όναρ ουτοπία


 Φωτός όναρ ουτοπία

Με την καρτερία
           του διψασμένου δέντρου
που σαν πέφτει
          η πρωινή δροσιά
                                   λυτρώνεται
Μαζεύω τα σταγονίδια 
                            της αγάπης σου
καθώς ανέμελα
      τα σκορπάει η αύρα σου
                         στο πέρασμά σου
Είσαι  μια οπτασία
           που δεν χωράει 
            φυλακισμένη στο όνειρο
Μα κάπως έτσι
       είναι που γκρεμίζονται
                         οι αυτοκρατορίες
απ’ την επέλαση
    μιας αφηνιασμένης ουτοπίας
που έσπασε  το τσόφλι 
                             του ονείρου της   

                      Γιάννης Ποταμιάνος