Παρασκευή, 24 Νοεμβρίου 2017

Ο γητευτής


Ο γητευτής   

Λυγερόκορμη,
           τίναξε το κεφάλι δεξιά – αριστερά
                            ανεμίζοντας τη χαίτη της
Σγουρός καταρράκτης
      στον μαρμαρόγλυπτο λαιμό της
                                                       τα μαλλιά
Πρόκειται σίγουρα για καθαρόαιμο άτι
                                                        σκέφτηκε
Έτσι που περπατάει ηδονικά  
                              και τη ζηλεύει ο άνεμος
Θα μπορούσε, ώρες ολόκληρες
                          να ρουφάει τ’ άρωμά της,
να θαυμάζει το μισάνοιχτο κοράλλι
                                             των χειλιών της

Κάθισε ακίνητος, μην την τρομάξει,
                όπως εκείνα τα όμορφα πουλιά
που καθισμένα στο κλαδί τους
                                                  στοχάζονται,
και στο πρώτο άγνωστο ίσκιο που περνά
                                      πετάνε τρομαγμένα

Θα μπορούσε ίσως η νύχτα
                       να συνωμοτήσει στο όνειρο
Θα μπορούσε το φεγγάρι
                    να τάξει ασημένια μονοπάτια
Θα μπορούσε ακόμα
                  να βοηθήσει και η γραμματική
ν’ αποχτήσουν νόημα
                                 οι ακατάληπτες λέξεις
                      που βγήκαν απ’ τα χείλη του
Αλλά μόνο ο θεός έρωτας θα μπορούσε
να οδηγήσει  το μετέωρο χέρι του
                               για να βρει το δικό της

Δίστασε
Πρόκειται για ατίθασο άτι ψιθύρισε,
                       χρειάζεται τον γητευτή του
Τόλμησε!
Κι από τότε όλη τη νύχτα,
                                  όπως και κάθε νύχτα,
τριάντα χρόνια τώρα της κρατά το χέρι
                               διαβάζοντας ποιήματα
και καλπάζουν μαζί
                                 στους ονειρόκαμπους

                                    23 Νοεμβρίου 2017

                                    Γιάννης Ποταμιάνος