Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Το μέγα βέλασμα

  
Το μέγα βέλασμα   

Με την ανίκητη δύναμη του ανέμου
                              που συναρπάζει τα πλοία
                                            στους ωκεανούς
ήρθαν τα μηνύματα των καιρών
                                     ανεξίτηλα γραμμένα
                          με τη λάμψη της αστραπής

Άλλη μια φορά στα γρανάζια
                      της αδυσώπητης δικτατορίας
όπου οι εξουσίες
                         διαφεντεύουν τις ζωές μας
Έτσι που η απάθεια να μας κυριεύει 
Κι η ψυχή μας να κατακερματίζεται
                                          ως το μεδούλι της
 απ’ την αδιαφορία
              για το μάγμα των ηφαιστείων μας

Άλλη μια φορά
    όπως χτυπάει το αίμα στους κροτάφους
                όπως δένεται το στομάχι κόμπος
ήρθαν τα μηνύματα των καιρών
                  με πυρωμένο σίδερο γραμμένα
                                                στην ψυχή μας

Τα γρανάζια μας αλέθουν αλύπητα
    βάφτηκε με αίμα των προβάτων η δορά
                  στο μεγάλο σφαγείο της Πόλης
  και τα βελάσματα είναι τόσο ανθρώπινα

Άλλη μια φορά
         η υπόκωφη σιωπή των αμνών
                                              γίνεται τυφώνας
Πως αλλιώς αφού
                στην Κρίση κρίνονται οι κρίνοντες
      κι οι κρατούντες ηττώνται κατά κράτος;

Άλλη μια φορά
             με την ανίκητη δύναμη του ανέμου
ήρθε το μήνυμα των καιρών
                       ν’ ακουστεί το μέγα βέλασμα
25η Μαρτίου σήμερα
                           μέρα εξέγερσης των αμνών

                                     25 Μαρτίου 2017

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Ο ποιητής


Ο ποιητής

Ολόκληρος είναι ένα ταξίδι
Τα μάτια του θάλασσες
                              φουρτουνιασμένες                                 
Αέρινος
         συντροφεύει τα πουλιά
                    με όνειρα και χαρταετούς
Ξεχορταριάζει της γλώσσας
                                          τα μονοπάτια                              

Τρέχει καβάλα σε δύο άλογα
Ισορροπώντας στις χαράδρες
                                     της αμφισημίας
Με τις στερήσεις του,
          βάζει φωτιές στους πόθους του
Διώχνει τα σκοτάδια λάμποντας
                Σκορπάει φωτιά και στάχτη

Στο δισάκι του κουβαλάει πουλιά
                                 και τριαντάφυλλα
Άλικα λουλούδια
                    ροδοπέταλα του ανέμου

Ανοίγει τα ρόδια της ροδιάς
Οργώνει και σπέρνει δόντια
                    να φυτρώσουν οι δράκοι
Για να λογχίζουν οι καβαλάρηδες
                              στα εικονοστάσια

Αφρίζει το κύμα στα βράχια
Χτυπιέται η ψυχή του
                       στο αμόνι της αδικίας
Και το σώμα του παρακολουθεί
                                            ανήμπορο
Οι στερήσεις του έγιναν
                                      φωτοστέφανο
                 και οι πόθοι του κεραυνοί
Κοιμάται για να ζήσει
                Ξυπνάει για να ονειρευτεί

Αφήστε τον να τραγουδήσει
                                  την μοναξιά του
Στην ψυχή του φωλιάζει
                                            ο θάνατος
Είναι ποιητής, πονάει δοξάστε τον
    Πιάστε του το χέρι λυτρώστε τον


                            Γιάννης Ποταμιάνος

Το βότσαλο και η ορμή του


Το βότσαλο και η ορμή του

Το σκοτάδι είναι πανταχού παρών
                μέσα κι έξω, είναι ο κανόνας
Το σκοτάδι είναι ο καμβάς
                      που προκαλεί τις πινελιές 
είναι ο δρόμος κι ο ταξιδιώτης μαζί
                         που χάνονται στη νύχτα
είναι η νύχτα κι η μέρα μαζί
                          που χάνονται στο χρόνο
Το σκοτάδι είναι ο χρόνος
                            χωρίς τα δευτερόλεπτα
Το σκοτάδι είναι η τάξη
μια θάλασσα δίχως κύματα, η νηνεμία

Όμως  το λάθος του σκοταδιού 
                                      είναι που φωτίζει
το λάθος της ανυπαρξίας
                    είναι που ποιεί την ύπαρξη
Το λάθος είναι
το βότσαλο και η ορμή του
                 που προκαλούν την τρικυμία
Ω άρνηση της άρνησης
Ω εξαίρεση του κανόνος
                 εσύ δίνεις ζωή κι αυτογνωσία
Γι αυτό
           άξιον εστί το λάθος του ερέβους
που κατακρημνίζεται
                      και ανατέλλει ζείδωρο φως
ή μήπως και πρόκειται για εσκεμμένη
                           αυτοχειρία της μοναξιάς
που ψάχνει το κλάσμα που της λείπει;

Πρέπει να περπατήσεις
                  με το μπαστούνι του τυφλού
στα σκοτεινά μονοπάτια τ’ ουρανού
           να σ’ αλυχτάνε τα ουρανόσκυλα
Πρέπει να νοιώσεις την παγωνιά
                                               της μοναξιάς
αριστερά στο μέρος της καρδιάς
Πρέπει να καταβροχθίσεις
                                               πολύ σκοτάδι
για ν’ απολαύσεις την αστροφεγγιά


                            Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Στην τάξη


Στην τάξη
                      
Η Αθανασία κοίταζε εκστατική
και στα μάτια της έλαμπαν
       οι μάχες των προγόνων της
Μίλαγε σαν καρδερίνα
       με φωνές χιλιάδων σοφών
Κελαηδούσε ο Πλάτωνας
                              κι ο Αριστοτέλης
κι η κιμωλία έγραφε
έγραφε σε γραμμική γραφή
                          
Η Αθανασία μίλαγε
                και τα παιδιά κοιτούσαν
Κοιτούσαν την Αθανασία
ν’ ανεβαίνει  σ’ ένα αερόστατο
           και να φεύγει στην Ιστορία
Να χτίζει ναούς, να δίνει μάχες,
              να ρητορεύει στις αγορές
Τα παιδιά ακολούθησαν
Κι’ έγιναν όλοι
           ένα σμήνος πουλιών
                       στον Αττικό ουρανό

Όμως ο Γιαννάκης
του τελευταίου θρανίου μαθητής
τρεις μέρες νηστικός
                    δεν άντεξε την πτήση
Έλιωσαν στον Ήλιο τα φτερά του
κι έπεσε με γδούπο
                              στην Αττική γη

Από τότε η Αθανασία κοιτάζει
                                         εκστατική
και τα μάτια της σκοτεινιάζει
                           μια βουβή ικεσία:
Σώστε επιτέλους  τα παιδιά
                                    που πεινάνε
οι πρόγονοι σας κοιτάνε
             απ’ τα βάθη της Ιστορίας

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Κράτησα την καταιγίδα σου


Κράτησα την καταιγίδα σου  

Έφυγες αλλά κράτησα
                                  το ανάβλεμμά σου
Έτσι για να σκοτώνω τη στέρηση  
                με το μαχαίρι της ματιάς σου
Τα δάκρυά της νοσταλγία μου
                                      αγαλματώθηκαν
στο άσπρο μάρμαρο  του στήθους σου
Κι εσύ ριζώθηκες σαν κυκλάμινο
                    μες  στη ρωγμή του χρόνου
Κι ανθίζεις μνήμες κι όνειρα γιορτινά
                            πολύχρωμα  βεγγαλικά
                      στης μοναξιάς τον ουρανό

Έφυγες χωρίς χαμόγελο
        κι έτσι κράτησα την καταιγίδα σου
τα δρολάπια των κατακλυσμών σου
                να ριπίζουν τα παράθυρά μου
Ένα μπουκέτο στεναγμών
                        οι άναρθρες κραυγές σου
που αναβλύζουν  στο βράχο ιαματικές
                          για να δροσίζουν πόθους

Έφυγες κι έπεσε πάχνη η σιωπή
                      και το ανάβλεμμα θολώνει,
Στέρεψαν τα βλύσματα του βράχου
                     κι εγώ σε χρειάζομαι ακόμα
όχι ως ανάμνηση αλλά ενσαρκωμένη
να μου κρατάς του φεγγαριού
                                                 το λυχναράκι
Άναστρος ο ουρανός
κι οι νύχτες μου σε περιμένουν σκοτεινές
                                                 κι ατέλειωτες

                                     Γιάννης Ποταμιάνος



Κυριακή, 5 Μαρτίου 2017

Έχει γεύση η ομορφιά


Έχει γεύση η ομορφιά 

Όταν στο βαθύκολπο όνειρο
                                            κοιμάται το καράβι
τότε είναι που σε φιλάει στο στόμα
                                                       η αιωνιότητα
και σου τάζει όπως το νέο άστρο αθανασία

Ευτυχώς που η εύμολπη φωνή του γρύλου
                                               μες τη φλέβα μου
μετράει τη σιωπή
                   με τα δευτερόλεπτα της ύπαρξης
και με βεβαιώνει πως δεν πέθανα ακόμα
Έτσι ας πιω για πρωινό
                              ένα ποτήρι ρόδινη ομορφιά
κοιτάζοντας τη ροδαυγή
                                    στις κορυφές των λόφων
Γιατί ακούω το λυκαυγές
                     να περπατάει στα κεραμίδια μου
κι ο ήλιος μου γνέφει φιλικά
                                              μέσα απ’ τις γρίλιες

Κορμί μου εσύ
          που γεύτηκες την ομορφιά του κόσμου
αλλά σου διαφεύγει ακόμα
                                             το μεστό της νόημα
μη φοβάσαι για το νόμισμα στα δόντια
Ο θάνατος είναι ο αμείλικτος εχθρός
                                                          της εξουσίας
ο μέγας αδωροδόκητος αντιεξουσιαστής  
που απλήρωτος κουβαλάει στη βάρκα του
                                   τη ζωή για την αιωνιότητα


                                              Γιάννης Ποταμιάνος