Τετάρτη, 14 Ιουνίου 2017

Γάργαρα σκοτάδια


Γάργαρα σκοτάδια   

Στα γάργαρα νυχτερινά σκοτάδια
                                                            κελαρύζει
το μονότονο μουρμουρητό του γαλαξία
Στο αρχέγονο φως  που χρονοταξιδεύει
     ιχνηλατούμε της μοίρας μας τα μονοπάτια  
Ακριβώς εκεί στον ορυμαγδό των άστρων
                   όπου μαρμαίρει ο ήχος της ζωής
Εκεί  που η ίριδα του μεγάλου οφθαλμού
                                ελλοχεύει μετεωριζόμενη
Ακριβώς εκεί μπρος στο φακό του
                                      όπου ναρκισσεύονται                       
δείχνοντας το πρόσωπό τους
                           οι λυγερόκορμες εξισώσεις

Εκεί λοιπόν ακριβώς στου αρχέγονου νηπίου
                                                        τα σπάργανα
νοσφιζόμαστε τα μυστικά              
                                              του παρελθόντος
Εκεί στο  συγκλίνον φως
                  όπου ξετυλίγονται οι διαστάσεις
κι ανασταίνουν
                     οι αρχέγονοι βολβοί λουλούδια

Εκεί  καθώς και στο χώμα
      όπου ξαπλωμένη η ζωή ανάσκελα
                    αναθρώσκει δέος και ανατριχίλα
καθώς τη φρουρούν οι λοίσθιοι φρουροί
                                                    τα κυπαρίσσια
Εκεί λοιπόν στα γάργαρα νυχτερινά σκοτάδια
         όπου μοσχοβολάει  το νυχτολούλουδο,
και με βαθιές εισπνοές ουρανοσύνης  
                    στιλβώνουμε τη φθαρτότητα μας

Εκεί είναι που στην θάλλουσα  νόησή μας
     τα ηλιοτρόπια της γλώσσας φωτίζουν
                           τις ομιχλώδεις διαδρομές μας
Εκεί είναι, στα γάργαρα νυχτερινά σκοτάδια,
      στις βαθιές καταδύσεις των ονείρων
που ανασύρουμε μαργαριτάρια του βυθού
Τότε ακριβώς που ο ποιητής δένεται
                                          στο μεσιανό κατάρτι
και κρεμάει τους στίχους του για πανί
ν’ αρμενίζει στο αρχιπέλαγος της γλώσσας

Έτσι δεμένος στο μοιραίο του ταξίδι
πιότερο αναπολεί την Κίρκη
                                         παρά την Πηνελόπη
Όμορφη σαν όνειρο είναι  η Ιθάκη
                          του ταξιδιού μας στιλβηδόνα
η νύχτα όμως ανήκει στις  
                                        καλλίφωνες Σειρήνες
να μας τσακίζουν πλοία ανύποπτα
                                  πάνω σε μαύρα βράχια
όπου μας ελλοχεύουν πειρατές Σαρακηνοί,
               μονόφθαλμοι Κύκλωπες και δράκοι

Εκεί  λοιπόν κι απόψε
                    στα γάργαρα νυχτερινά σκοτάδια
που κελαρύζει η απόγνωση κι η μαύρη πίκρα
Εκεί ακριβώς μασάω πικροδάφνη
                                να απολαμβάνω αυταπάτη
Ω! τι ηδονή τ’ όνειρο
        π’ ανοίγει δρόμους στο μυαλό
                                     κι ας είναι βαθύσκιωτοι  

Γι’ αυτό όσο η επιστήμη ταξιδεύει
                                  στ’ αρχιπελάγη τ’ ουρανού,
η ποίηση επιμένει στα ονειροτάξιδα
Γι’ αυτό ακριβώς κι εγώ ορέγομαι  
                       τα γάργαρα νυχτερινά σκοτάδια
για να εισπνέω αστερόσκονη
          όταν οιακίζω αναθρώσκοντας
                                           δεμένος στο κατάρτι
                                      

                                                                                     Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 10 Ιουνίου 2017

Ενάλιος πόθος


Ενάλιος πόθος  

Έπαιξε στη λάμψη του ματιού
                            γαλάζιο περιστέρι
Σαν ήρθες κοχύλι αμέριμνο
                          τούτο το καλοκαίρι

Μα πως κοιμάσαι ορθάνοιχτη
               στην άμμο του πελάγους
Έρχονται δελφίνια κυνηγοί
                 με αίμα στα φτερά τους
Βάφουν τα βράχια σκοτεινά
               τα σύννεφα βουρκώνουν

Κι’ ο ήχος πικρός στα σήμαντρα
                     πενθούν τα χελιδόνια
Πα στα ψηλά καμπαναριά
              που ο πελαργός δακρύζει

Παίξε στο θάμβος τ’ ουρανού
                        πανώρια χρυσαλίδα
Να γίνεις ολοκαύτωμα
                        στου έρωτα το κύμα
Καθώς κοχύλι ανοιχτό
                 αμέριμνο στους πόθους

                        Γιάννης Ποταμιάνος



  

Σάββατο, 3 Ιουνίου 2017

Δάσκαλος δεσμώτης


Δάσκαλος δεσμώτης

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:
Δάσκαλοι Προμηθείς
                  Κάθε βράδυ τάπητες υφαίνουμε,
με ανεκπλήρωτα όνειρα
                                        και τις στερήσεις μας
Κάθε πρωί τουφεκίζουμε  τα όνειρά μας
με την πλάτη στημένα
                                            στον μαυροπίνακα

ΜΑΘΗΤΗΣ:
Δάσκαλοι δεσμώτες
                         σε εγχειρίδια παραπλάνησης
Που διδάσκουν για τον άνθρωπο
                       σκοτώνοντας τον ανθρωπισμό
Που διδάσκουν την ιστορία
                      δικαιώνοντας τους κατακτητές

ΤΑΞΗ:
Χρόνια ατέλειωτα στο ίδιο μονοπάτι
με την πλάτη στημένα  στον μαυροπίνακα
                              τουφεκίζεις τα όνειρά σου
Ναι, χρόνια ατέλειωτα στο ίδιο μονοπάτι
Δεσμώτης σε αλλότριες ιδέες
Κάθε πρωί προσεύχεσαι  σε άδικους θεούς  

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:
Δάσκαλοι δεσμώτες
                      στον Καύκασο της αδιαφορίας
Κουβαλάμε το σταυρό της ανίας
Μέρα με τη μέρα  σβήνουμε τη λάμψη
                                απ’ τα μάτια των παιδιών
Με επιμονή χελιδονιού χτίζουμε φωλιές
                                                              με λέξεις
    με ουσιαστικά,   ρήματα και επιρρήματα
Κεντάμε με υπομονή, αράχνης
                        με συναρτήσεις και εξισώσεις
εργαλεία παραγωγής κέρδους
                       στις ελεύθερες αγορές  ψυχών
                                                   και  ανθρώπων
Γαλουχούμε μονομάχους  σε αρένες πάλης
                                      για μια θέση εργασίας


ΜΑΘΗΤΗΣ:
Δάσκαλοι δεσμώτες
Διδάσκετε δικαιοσύνη
                δικαιώνοντας τους εκμεταλλευτές
Διδάσκετε το δίκαιο
                               που δικαιώνει την αδικία
Διδάσκετε  να πίνουμε το κώνειο
                                               αδιαμαρτύρητα
Διδάσκετε ως  αρετή, την υποταγή
                                   στων ισχυρών την τάξη

ΔΑΣΚΑΛΟΣ:
Όμως εσύ μαθητή μου, μάθαινε
 όχι αυτά που διδάσκουμε
                                      αλλά όσα υπονοούμε
Ψάξε πίσω από τις γραμμές
                                    ανάμεσα στις γραμμές
Για κρυφούς σπόρους, αμφισβήτησης
Ψάξε πέρα απ’ τους μύθους
       στα μονοπάτια των κρυφών νοημάτων
 Όμως εσύ μαθητή μου, μάθε να ψάχνεις
                                    πίσω από τα λόγια μας
Στη μελαγχολία των ματιών μας
                    στους χτύπους της καρδιάς μας
Μόνο έτσι θα νοιώσεις το δάσκαλο,
                                                  σύντροφο σου
Τις αλήθειες ξεχώριζε σαν μανιτάρια
                    για να μην σε καταπιεί το ψέμα
Το μυαλό σου ακόνιζε στης δικαιοσύνης
                                                          τον καημό

ΜΑΘΗΤΗΣ:
Που να βρω την ψυχή μου
                 στα μισόλογα των νοημάτων σου
Δάσκαλε μίλα καθαρά, οπλίσου
                      με το θάρρος του νεομάρτυρα
Σπείρε βαθιά να φυτρώσουν
                                          τα άνθη του φόβου
                         στον ανθόκηπο της εξουσίας
 Ας γυρίσει η παιδεία τα μέσα έξω


ΤΑΞΗ:  
Μόνο έτσι το σχολείο θα γίνει καρφί
                           στο κορμί της αλλοτρίωσης
Λόγχη αμφισβήτησης
                            για να τρέξει νερό και αίμα
απ’ το πλευρό της
                                σταυρωμένης κοινωνίας
Για να ποτίσει τους σπόρους
                                                των νέων ιδεών
με αλήθειες, που θα τις τραγουδάμε
                      σε νέα χαρούμενα τραγούδια

ΟΛΟΙ ΜΑΖΙ:
Ας φωτιστεί το έρεβος
                                     με αυτόφωτα άστρα
Η γνώση ας ξεχορταριάσει
                                τα δνοφερά μονοπάτια
Να περάσει η Ιστορία καβάλα στο δίκιο
Ας λάμψουν τα βεγγαλικά των ιδεών
                         στη στιλβηδόνα τ’ ουρανού
να φωτίσουν τα αρπακτικά
                                             που ελλοχεύουν

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

 Μια προσπάθεια βασισμένη

στο ποίημά μου «οι Δάσκαλοι» 

Κυριακή, 28 Μαΐου 2017

Ελλοχεύοντας λαμπηδόνες

    
Ελλοχεύοντας λαμπηδόνες    

Δίπλα στο μαξιλάρι μου ξάπλωσε
                        και πάλι αυτός ο θηρευτής
           κρατώντας στο χέρι του μια απόχη
Στο παράθυρο το φεγγάρι τηλαυγές
                                του γνέφει καλησπέρα
Τι γυρεύει πάλι αυτός  ο ουρανοδίφης
                              ξαπλωμένος δίπλα μου;

Πάνοπλος μ’ απόχη, δόκανο και παγίδες
             ελλοχεύει να πιάσει λαμπηδόνες
όμως ο παφλασμός της νύχτας κοιμίζει
                                         την ενάργειά του

Τι να σου λέω τώρα για την αμετροέπεια
                         νεκρά θάλασσα δίχως ζωή 
Κι αυτός κρατάει γερά τη λαγουδέρα
      ελπίζοντας στην τύρβη του πελάγους
Τόσα και τόσα βράχια τον απειλούν
   κι αυτός να θέλγεται από την τρικυμία

Δίπλα στο μαξιλάρι μου τον ψηλαφώ
ορέγομαι το πρόσωπό του
                                       και το νοσφίζομαι
Έτσι διπλόψυχος στη μοναξιά, πάνοπλος
με δόκανα και παγίδες ελλοχεύω
             ολονυχτίς να πιάσω λαμπηδόνες

Τι να σου λέω για την έμπνευση
                        κατακαλόκαιρο στην κοίτη
                                       ενός ξεροπόταμου
με δίπλα μου αυτόν τον κομπορρήμονα
Άφησέ τον στην τύρβη του μυαλού του
                 και στον ορυμαγδό των λέξεων
και σίγουρα θα τον ξαναβρείς το πρωί
πάνοπλο μ’  άδεια απόχη, δόκανο
                             παγίδες κι άγραφο χαρτί
κι ίσως στο καλάθι του
  κάποιες λέξεις αργυρές να σπαρταράνε
Μικρή η ψαριά του απόψε
                    μήγαρις και φταίει η νηνεμία;

                            Γιάννης Ποταμιάνος


Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Εξόδιον μέλος


Εξόδιον μέλος  

Αυτή η ακολουθία
                              αν και μηδενική συγκλίνει
Πέτρα την πέτρα, βήμα το βήμα
                                    κατά μήκος καλντερίμι
Κι αυτή να φτερουγίζει
                         κατά την χαίνουσα χαράδρα

Αυτή η ακολουθία ακάθιστη
           προχωράει βήμα το βήμα στο μηδέν
Και το μηδέν απερινόητο και άφατο
                               κι όμως όριο αξεπέραστο

Πώς να χωρέσεις το πολυδιάστατο άπειρο
                                      στο αδιάστατο μηδέν
Κι όμως αυτός ο δρεπανοφόρος άγγελος
                                 τα καταφέρνει μια χαρά
Καθώς εσύ βήμα το βήμα
                                  νοσφίζεσαι το όριό σου
Αυτή η ακολουθία τείνει στο μηδέν
      κι η τραγωδία άδει το εξόδιο μέλος της

Τέλος Μαΐου, να ξεψυχάει η άνοιξη
                                         στις μωβ ταξιανθίες
κι αυτό το ηλιοβασίλεμα να ξεχειλίζει
                          μελίρρυτη νοσταλγία νιότης


                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

Απέναντι


ΟΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ

Όσοι μόχθησαν στη ζωή
κι ο ιδρώτας στόλισε το καθάριο μέτωπό τους
Με συνθήματα στους δρόμους διεκδικούν:
Δικαίωμα στη δουλειά οι εργαζόμενοι
Δικαίωμα στη ζωή η νέοι
Δικαίωμα στην αξιοπρέπεια οι συνταξιούχοι
Κι ΑΥΤΟΙ που κάποτε πορεύτηκαν μαζί μας
Τώρα από ΑΠΕΝΑΝΤΙ
μας συμπονούν και μας σκοτώνουν
Πως τους λυπάμαι που κοιτάζουν αλλού
όταν συναντούν στο δρόμο
τους παλιούς συντρόφους τους

Γιάννης Ποταμιάνος




Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Γαληνεύοντας

   
Γαληνεύοντας   

Κάθε πρωί αφήνει το πρόσωπό του
                στην είσοδο ενός μεγάλου κτηρίου
φοράει στο πέτο του την πινακίδα
                                              με τον αριθμό του
και μπαίνει, οπλισμένος τη σιωπή
                                   στη γραμμή παραγωγής
το βράδυ παίρνει πίσω τη φωνή του
                                          και το πρόσωπό του
                        με μερικές ρυτίδες παραπάνω
και γυρνάει στη φυλακή του καναπέ του

Κάθε βράδυ ταξιδεύει
                                 σε φανταστικές πολιτείες
σε εξωτικές παραλίες
                                        με όμορφες γυναίκες
Αλλά κάπου εκεί
                        στην εικονική πραγματικότητα
                             χάνει ξανά το πρόσωπό του
Μόνο κάποια απροσδιόριστα όνειρα
                             τον ξυπνούν αργά το βράδυ
κι ιδρωμένος
            ψηλαφίζει με αγωνία τις ρυτίδες του
Ένας ψίθυρος βγαίνει τότε απ’ τα χείλη του
«Πολλά τα χαμένα πρόσωπά μου
                         πολλά τα χαμένα όνειρά μου»

Και τότε
    κάτι βαθύτερο κι απ’ την αυτοσυντήρηση
                                                        τον κυριεύει,
κάτι πέρα κι απ’ τη γαλήνη, φτιαγμένο
                   από μικρές πολύχρωμες ψηφίδες                                 
που όμως μοιάζει ομοιογενές και ενιαίο
                          αυτονόητο όπως το παράλογο
Εύοσμο όπως ένα τριαντάφυλλο
            που μοιράζει απλόχερα Ελπίδα
                                             πέραν του θανάτου

Έτσι μια τελευταία ανάσα πριν το νήμα
       ερωτεύεται τον άγνωστο προορισμό του
και ελεύθερος πλέον της αγωνίας
            βρίσκει ξανά το χαμένο πρόσωπό του

Πως αλλιώς αφού
Πέραν της αυτοσυντήρησης και της υποταγής
φυσούν οι αέρηδες
                        στα αρχιπελάγη της ελευθερίας; 


                                            Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Η Κερυνίτιδα έλαφος

  
Η Κερυνίτιδα έλαφος 

Κυνηγημένος εισχώρησα
                        στο δάσος με τα λίγα ξέφωτα
                              εκεί ψάχνω τους ανέμους
Κι ο λόγος μου χαρταετός πολύχρωμος
                               ανεμίζει τα πτερύγιά του,
κι όμως πέραν της οίησής του,
όσο πετάει,
   παραμένει σφιχτά δεμένος
                            στο σχοινί που του δόθηκε

Τίποτα, έστω και αποξηραμένο
                        δεν απέμεινε στο δισάκι μας
ούτε καν δαμάσκηνο να φιλέψουμε
                                   τους καλεσμένους μας

Κάθε χρόνο ορειβάτες, ανεβαίνουμε
                                    κι όμως δεν βλέπουμε
                                        πίσω απ’ τις κορφές 
Τα βουνά κρύβονται απ’ του εγώ μας
                                                 την ψηλάφηση

Γι αυτό όπως ο τυφλός
                                 ανιχνεύω το χωρόχρονο
                                   με το λευκό μπαστούνι
και του μυαλού μου
                               τα εικαστικά τεχνάσματα
Μα όσο κι αν επιμένω
         το αόρατο δεν ευδοκιμεί στα ξέφωτα

Γι αυτό είμαι έτοιμος να εισχωρήσω
                                 στον άγνωστο πευκώνα,
έστω τυφλός, με το λευκό μπαστούνι μου
έως ότου το θαλάσσιο κύμα
                                                  μου ψιθυρίσει
το χιλιόχρονο μυστικό που η θάλασσα
                                       κρύβει στο βυθό της

Πως εγώ, ο τυχαίος ανθός της άνοιξης
                                      θα γονιμοποιώ εσαεί
                φθινοπωρινούς καρπούς ανάγκης

Έτσι λοιπόν, εγώ ο εισελαύνων
                                     θηρευτής και θήραμα
στα ψυχρά αστρολίβαδα
                                   αναζητώ την ψυχή μου,
την Κερυνίτιδα Έλαφο
                                   με τα χρυσά της κέρατα

Έτσι λοιπόν,
                      εγώ ο Αργοναύτης του χρέους
θαλασσοδέρνομαι αναζητώντας  
                                     το χρυσόμαλλο δέρας
                          που φυλάνε οι χίλιοι δράκοι

                                    Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η Πρωτομαγιά


Η Πρωτομαγιά 

Βγήκες στην όψη
                               αιμοστάλακτη
με υψωμένη τη γροθιά
ανεμίζοντας στο φως του Μάη
                                 αυταπάρνηση                     
Στεφανωμένη λουλουδιασμένα
                                            όνειρα
κι αστείρευτη αγάπη για ζωή
Μύριζε ο ιδρώτας σου έρωτα
              και η δουλειά σου ελπίδα

Κι όμως σε θέρισαν οι ριπές
                                      σαν στάχυ
Τα κόκκινα τριαντάφυλλα
   έγιναν παράσημα στα στήθη σου
επίμονα να αιμορραγούν
                    της λεβεντιάς το νάμα

Αχ Πρωτομαγιά άδολη παρθένα
                 εμπνέεις και εμπνέεσαι
απ’ τις κεραύνιες ομοβροντίες
               της ανοιξιάτικης βροχής
και περιφρονώντας το χαλάζι
                βλέπεις μόνο καλοκαίρι

Αχ εργατική Πρωτομαγιά, θυσία
                  σε κάδρο κρεμασμένη
Οι εικόνες των μαρτύρων σου
                                 μας οδηγούν
  
                      Γιάννης Ποταμιάνος

Τρίτη, 25 Απριλίου 2017

Θαλασσοδαρμένη


Θαλασσοδαρμένη

Στα μάτια σου τα θαλασσοδαρμένα
                  αρμενίζουν όνειρα τρικάταρτα
                           με φουσκωμένα τα πανιά
Μες το ηλιοβασίλεμα
     πυρώνουν οι καρδιές στην προσμονή
Σε περιμένουν τα πουλιά
                           να ταξιδέψουνε μαζί σου
Πόθοι αποδημητικοί όπως ο Μαΐστρος
ταξιδεύουν
             στ’ ασημένιο φως του φεγγαριού,
ανθίζουν όπως νυχτολούλουδα
                                        στο παραθύρι μου

Μα κάποτε
         στα μάτια σου τα θαλασσοδαρμένα
ήρθε το μαύρο σύννεφο
                   ήρθε σιγανή βροχή κι επίμονη               
κι έφυγε το χαμόγελο σου
                                     με το ηλιοβασίλεμα
Κι η θλίψη μου στο σούρουπο
                                            έγινε νοσταλγία
για τ’ ονειροτάξιδα που με ταξίδεψες
                                στα μουσκεμένα μίλια

Αχ! των ματιών σου
                                 τ’ αμέθυστα πετράδια
της καρδιάς μου
                             μεθυσμένα καρδιοχτύπια

Κι ο πόθος μου αμάραντος μουσηγέτης
       ψαλμωδεί το θλιμμένο σου χαμόγελο

Πόσο ακόμα να κρυφτείς
                                          πίσω απ’ τις λέξεις
Πίσω από καλλικέλαδα ποιήματα
                                                       ν’ αυγάζεις
Η άνοιξη προχωρεί αμετάκλητα
                                              στο Βατερλό της

                                  Γιάννης Ποταμιάνος