Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Αιώρηση


Αιώρηση  

Στάθηκα ακίνητος
             μια σκιά ανάμεσα στις σκιές
σε στάση εμβρυακή
             μες στην κοιλιά του μηδενός
Ο κόσμος μου μια γαστέρα
                  κι’ ένας κόκκινος ουρανός
Αβαρής αιωρήθηκα  
          σε στάση εμβρυακή
               μια σκιά ανάμεσα στις σκιές
περιμένοντας να τιναχτεί
                          το φουσκωμένο ρόδι,
Να σπάσει του μηδενός το τσόφλι
για να βγω κραυγάζοντας  
                           στο φως του κόσμου
Να γίνω λόγος,
                  να γίνω κίνηση
                                     ύπαρξη, μονάδα

Και σαν ήρθε η μεγάλη έκρηξη,
                                                  χάθηκα
μια σκιά ανάμεσα στις σκιές
                  μέσα στο φως του κόσμου
Τώρα περιπλανιέμαι
ο κόσμος μου μια πόλη
                     κι ένας γαλάζιος ουρανός
Ταξιδεύω ανάερος
              ένα σύννεφο μες στα σύννεφα
ένα σπυρί  από το τιναγμένο ρόδι
ένα σπυρί σε άνυδρη πέτρα μοναξιάς
Αντιστέκομαι,
            μάχομαι να φυτρώσει ομορφιά
Επιτίθεμαι,
                     πολεμάω ν’ ανθίσω λόγο

Όμως τα βράδια περιδεής
                     κοιτάζω τον πολικό αστέρα
και κράζω ανεκλάλητος απόγνωση
Πως αλλιώς,
αφού χθόνιος επωάστηκα στο μηδέν,
        ουρανοχαρής πορεύομαι στο ένα


                            Γιάννης Ποταμιάνος