Σάββατο, 30 Ιουλίου 2016

Πείσμονες σαν Αργοναύτες

Πείσμονες σαν Αργοναύτες

Δύσπλαστος πηλός
                     το ανθρώπινο πρόσωπο
σμιλεμένο σε παραποτάμιες όχθες
απ’ τους τροχούς
της Δαρβίνιας επιλογής
                            και της τυχαιότητας

Και το ζεστό αίμα να ρέει άφθονο
                          στον αυτονόητο φόνο
Καθώς η οιμωγή του φυτοφάγου
                ανάμεσα στους κυνόδοντες
βγαίνει στο τελευταίο βέλασμα
                                           της αγωνίας
και γίνεται ηδονή του σαρκοβόρου
έτσι που σ’  έρωτα και θάνατο
            σπαρταρούν μαζί τα σώματα
να γίνεται ο πόνος ηδονή
                                  κι ο  θάνατος ζωή

Ω! Εσύ ανάγκη
                        που ‘γινες έρωτας ζωής
που ‘γινες οίστρος ,
                                μυρωδιά γυναίκας
που ‘γινες ηφαίστειο,
                                    έκρηξη και λάβα
που κατρακυλά στα ζυγωματικά μας

Ω! Εσύ στάχτη που πετάς  
                         μες στους ανέμους
που γεμίζεις τις χαραγές των βράχων
               να φυτρώνουν τα κυκλάμινα

Ω! Εσύ που ‘γινες αστραπή
              και κατατρόμαξες τους θεούς
                                    στη μοναξιά τους
Έτσι που άφησαν
             της διαλεκτικής τις αντιθέσεις,
ελεύθερες
             στου κατακλυσμού  τα πέλαγα
κι ανέβηκαν απ’ το βυθό τα όνειρα
             κι έγιναν έρωτας κι έγιναν ζωή
διαιρώντας τη σάρκα
                    και πολλαπλασιάζοντας τη
                όπως παράλληλοι καθρέφτες

Κι από τότε
        μ’ ένα ανάβλεμμα προς τ’ άστρα
και το φόβο του αχανούς
                                    να γίνεται δέηση
σκαλί σκαλί ανεβαίνει η διάνοια
κι απλώνει δειλά δειλά το χέρι της
                                                  να δρέπει
απαγορευμένους καρπούς
                 απ’ το δέντρο του αρρήτου

Έτσι που το δέντρο του θανάτου
               να γίνεται δέντρο της γνώσης
κι ανάβοντας  
               εβένινα κεράκια του ερέβους,
          άστρο το άστρο να πορευόμαστε
προς το άγνωστο ενεοί,
               μα πείσμονες σαν Αργοναύτες!

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 23 Ιουλίου 2016

Αιώρηση


Αιώρηση  

Στάθηκα ακίνητος
             μια σκιά ανάμεσα στις σκιές
σε στάση εμβρυακή
             μες στην κοιλιά του μηδενός
Ο κόσμος μου μια γαστέρα
                  κι’ ένας κόκκινος ουρανός
Αβαρής αιωρήθηκα  
          σε στάση εμβρυακή
               μια σκιά ανάμεσα στις σκιές
περιμένοντας να τιναχτεί
                          το φουσκωμένο ρόδι,
Να σπάσει του μηδενός το τσόφλι
για να βγω κραυγάζοντας  
                           στο φως του κόσμου
Να γίνω λόγος,
                  να γίνω κίνηση
                                     ύπαρξη, μονάδα

Και σαν ήρθε η μεγάλη έκρηξη,
                                                  χάθηκα
μια σκιά ανάμεσα στις σκιές
                  μέσα στο φως του κόσμου
Τώρα περιπλανιέμαι
ο κόσμος μου μια πόλη
                     κι ένας γαλάζιος ουρανός
Ταξιδεύω ανάερος
              ένα σύννεφο μες στα σύννεφα
ένα σπυρί  από το τιναγμένο ρόδι
ένα σπυρί σε άνυδρη πέτρα μοναξιάς
Αντιστέκομαι,
            μάχομαι να φυτρώσει ομορφιά
Επιτίθεμαι,
                     πολεμάω ν’ ανθίσω λόγο

Όμως τα βράδια περιδεής
                     κοιτάζω τον πολικό αστέρα
και κράζω ανεκλάλητος απόγνωση
Πως αλλιώς,
αφού χθόνιος επωάστηκα στο μηδέν,
        ουρανοχαρής πορεύομαι στο ένα


                            Γιάννης Ποταμιάνος

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2016

Οι τυραννοκτόνοι


Οι τυραννοκτόνοι 

Τόλμησαν και βγήκαν στις πλατείες
             τραγουδώντας, με τα στήθη ανοικτά
                                      λαϊκό ποτάμι ορμητικό
Έτσι που να μεριάζει ο χάρος
                                   και να σιωπούν τα όπλα

Όχι δεν έχουν κανένα δρόμο να βαδίσουν
                                οι σιδερόφρακτοι άγγελοι
όσο οι καρδιές αναβλύζουν
                             κατακαλόκαιρο άλικο νάμα

Τόλμησαν και βγήκαν στις πλατείες
Ιαχές εφόδου, με το δάχτυλο του πλήθους
                               να δείχνει τους τυράννους
Τόλμησαν και βγήκαν στις πλατείες
    σηκώθηκαν οι γροθιές μέριασαν  τα όπλα

Η ελευθερία θέλει αποκοτιά
                                       πληθυντικού αριθμού

Κι εσύ καταμεσής του Ιουλίου
                                        μια νύχτα με φεγγάρι
                                           συλλαβίζεις Ιστορία
σκαλίζεις τη στάχτη της μνήμης
    για δρόμους σκοτεινούς με τις ερπύστριες
κι η παλιά σπίθα χρόνια φυλαγμένη
                    βάζει φωτιά στον ξεραμένο κάμπο
Κάποτε τόλμησες κι εσύ
                                     και βγήκες στις πλατείες
     δείχνοντας με το δάχτυλο τους τυράννους
Εύοσμη αποκοτιά
                 που στολίζει με ανεξίτηλη άνοιξη
                                                              τη ζωή σου

Όχι δεν θα περάσουν
             όσο ο λαός, τους δείχνει με το δάχτυλο
Το αίμα ρέει,
          το αίμα ζητάει όχι οριστικό στο φασισμό

Οι νέοι δυνάστες δεν πέρασαν,
αλλά το δάχτυλο του λαού της Τουρκίας
                        επιμένει να δείχνει Δημοκρατία
Ας το θυμούνται αυτό οι παλιοί δυνάστες του

Γιατί όσο υπάρχει τέχνη
ένα άγαλμα τυραννοκτόνων 
                         θα κοσμεί την Αγορά της πόλης

                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2016

Δύο αμαρτίες ένας πόθος!


Δυο αμαρτίες ένας πόθος!  

Αχ μικρή ροδιά του κήπου μου!
Δίπλα σε κάθε ρόδο σου
                            κρύβεται εν’ αγκάθι

Ένα ματωμένο αγκάθι
                              ψάχνει το χέρι μου
Ένα ματωμένο χέρι
                               ψάχνει το ρόδι σου
Το αίμα σου, το αίμα μου κι ο πόνος
                       να ενώνει τις ψυχές μας

Κι εσύ μικρή μου χαμογελαστή ροδιά
              με παγίδεψες στον πόθο μου
Δυο αμαρτίες κι ένας πόθος
                                      που ‘γινε πόνος
Το αίμα σου, το αίμα μου
            κι ένας πόνος που ‘γινε αγάπη

Αχ μικρή ροδιά του κήπου μου
                      το ρόδι σου, το αίμα μου
ο πόνος μας, ο πόθος μας
               κι ο έρωτάς μας ο απέραντος  


                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 2 Ιουλίου 2016

Ο κρίκος


Ο κρίκος 

Ο χρόνος των ανθρώπων μετρημένος
                                  και των αστεριών το ίδιο
στη μονάδα η διαφορά μας και στο φως
                                 το απέραντο της σκέψης
Εκεί ακριβώς είναι
                              που με ζηλεύει ο Γαλαξίας
Αφού δεν καμπυλώνεται το δικό μου φως
και περνάει σαν δόρυ
                                    το στήθος του θανάτου

Αφ' ότου υπήρξα κρίκος  στη διπλοέλικα
                          κουβαλάω στην παλάμη μου
τη δική μου μοίρα, να πορεύομαι ψάχνοντας,
αεί, τα θεμέλιά μου
                              όπως τετράφυλλο τριφύλλι

Έτσι που με τη νοημοσύνη του Ήλιου
                  να φωτίζω τα μέσα μου σκοτάδια,
και ν' ανοίγω χαραγές στους μαύρους τοίχους
να μπει κελάηδημα πουλιού
                                        κι η ομορφιά τ' ανέμου


                                               Γιάννης Ποταμιάνος