Σάββατο, 11 Ιουνίου 2016

Στο ικρίωμα της μέρας επιμένω Άνθρωπος

  
Στο ικρίωμα της μέρας
                   επιμένω Άνθρωπος  

 1. Τις σκοτεινές νύχτες τα ερωτήματα λάμπουν
                                                     όσο και τ’ αστέρια
Εκεί στην ερημιά και την παγωμένη σιγαλιά,
ενίοτε οι ερωτήσεις λάμπουν περισσότερο
                                               απ’ τις απαντήσεις 
αφού κάθε ερώτηση και θαλερός καινοφανής

Εκεί στη παγωμένη ερημιά
                                  των μεγάλων αποστάσεων
η αλήθεια ποτέ δεν καταπίνεται αμάσητη
                      περνάει απ’ τη βάσανο του φόβου  
                  κι αλέθεται όπως οι κόκκοι του καφέ

Όμως είναι πολύ όμορφα απόψε τ’ αστέρια
κι η ομορφιά είναι ιαματική σε μικρές δόσεις
αλλά σε μεγάλες δόσεις, όπως ο πικρός καφές
              δεν σ’ αφήνει να κοιμηθείς τα βράδια

2. Έτσι αυτό το χαμόγελό σου που ξέχασε η πίκρα
καθώς κοιμήθηκες αποκαμωμένη
                        από τον κάματο της μέρας
                                                          Είναι ιαματικό
έτσι που μπήκες στ’ όνειρό μου όπως αερικό
όπως βαρκάκι με πανί σε ούριο άνεμο καβάλα

Ένα βαρκάκι που ξέχασε η καταιγίδα
κι ορθόπλωρο ταξιδεύει από αστέρι σε αστέρι
                             από καινοφανή σε καινοφανή

Τότε ακριβώς την ώρα που κοιμάσαι
                  ανθίζει στα χείλη σου ένα λουλούδι
και φυτρώνει στη γόνιμη νύχτα το δέντρο
                                                             της ελπίδας

Πως αλλιώς αφού ελπίδα είναι ο έρωτας
ελπίδα είναι και το χαμόγελό σου
                  που ταξιδεύει στο όνειρο
                                  όπως ορθόπλωρο βαρκάκι;

3. Στο παράθυρο η Σελήνη αγρυπνά
                        κι η νύχτα ασημένια ανατριχιάζει
ανάμεσα στα λευκά σεντόνια
                                 οι δυο μικρές πατούσες σου
            χάνουν το έδαφος και ψάχνουν ουρανό
Γι’ αυτό ο άγγελός σου απόψε
                                             δεν κρατάει ρομφαία
κρατάει ανθοδέσμη
              και σκορπάει στο στρώμα ροδοπέταλα

Στο παράθυρο σου η Σελήνη
                         μαζί με τον τζίτζικα αγρυπνούν
για να κρατούν στον βάτραχο «το ίσο»
Καθώς μες το σκοτάδι ο Γκιώνης
                                        διαλαλεί την ενοχή του

4. Όμως κάπου σε κάποια φωτεινά γραφεία
                   κάποιοι καρατομούν τα όνειρα μας
Όμως κάπου σε υπόγεια δωμάτια
                                              είναι βαρύς ο αέρας
Βλέπεις μυρίζει άσχημα το χνώτο
                                                   του πεινασμένου
Η Σελήνη όμως στο παράθυρό σου
επιμένει ν’ αγρυπνά
                       κι η σοφή κουκουβάγια σκεπτική
αφουγκράζεται την οδύνη των καιρών

Δεν πάει άλλο η ανοχή
Μια ομίχλη ανεβαίνει απ’ τη θάλασσα
                                            κι οι σκύλοι αλυχτάνε
Η νύχτα φεύγει
Στον απέναντι τοίχο μια προγονική κορνίζα
                                              μας κοιτάει αμήχανη
δεν αντέχει της ανατολής την ομορφιά
Ο ήλιος στο παράθυρο μας χαμογελάει

Πυροβάτης απόψε στη χόβολη των άστρων
Αναστενάρης απόψε
                                  σε βροχή από πεφταστέρια
βαδίζω γυμνός και ξυπόλυτος
με κομμένο τον ομφάλιο λώρο της μάνας γης
Μα ο ήλιος στο παράθυρο μας καλεί
                                    να κατεβούμε απ’ τ’ άστρα

Η νυχτερινή ομορφιά στο ικρίωμα της μέρας
                                                                    ξεψυχάει
Ωστόσο πάρε την μαζί σου
αφού στα μεγάλα γραφεία οι εξουσιαστές
                       καρατομούν τα όνειρα της νύχτας
Ως πότε;
Γέρασα να περιμένω μα περιμένω
                             επιμένοντας αντιεξουσιαστικά
Πως αλλιώς αφού θέλω να πεθάνω Άνθρωπος

Ευτυχώς τα όνειρα της νύχτας
                              τη μέρα ανατρέπουν εξουσίες
Γι αυτό επιμένω να ελπίζω και να ονειρεύομαι
Γι αυτό
         στο ικρίωμα της μέρας επιμένω Άνθρωπος

                                             Γιάννης Ποταμιάνος