Σάββατο, 7 Μαΐου 2016

Ανάληψη

  
Ανάληψη  

Θάλασσα ο ουρανός
                      και τα σύννεφα άσπρα βράχια
το κύμα παφλάζει, σέρνεται στα βότσαλα
Άνεμος ο άλλος δρόμος
                  π’ ανεβαίνει στην ουρανόσφαιρα
Και γύρω γύρω αστρολύχναρα
                      να τρεμοσβήνουν μες τη νύχτα
Κι εγώ περιδινούμαι στο άπειρο γαλάζιο
με μια κλίση στον άξονά μου
                                      να με πλουτίζει άνοιξη

Άνεμος ο άλλος δρόμος, θάλασσα
που παφλάζει ανάμεσα
                                   στους συννεφόβραχους
Άνεμος κι ένα καράβι ν’ αρμενίζει σιωπηλά
                                         στις σκοτεινές αλέες
Τι να γυρεύει άραγε τούτο το σκαρί
         στ’ ατλάζι τ’ ουρανού και γυροφέρνει;
Αφού βυθός δεν υπάρχει
                                 παρά μόνο το μέγα ύψος
και φως που πάει και πάει,
ως που καμπυλώνεται  
                           κι επιστρέφει στην πηγή του

Ναι! Του Ύψους είναι ο άλλος δρόμος
           και  μετράει  το μπόι μου
                                        σύννεφο το σύννεφο,
Ναι! Της Ανάληψης είναι ο άλλος δρόμος
               και με μετράει με μια μεζούρα φως
αφού με ταξιδεύει  
          αστέρι το αστέρι, ακέραιο κι αδιαίρετο

Μα όπου κι αν βρεθώ
παραμένω πάντα αναθρώσκων
                    στο κέντρο της μεγάλης θύελλας  
όπως παλιό ιστιοφόρο
                                 με φουσκωμένα τα πανιά

Θάλασσα ο ουρανός  
άραγε τι να γυρεύει τούτο το παλιό σκαρί
                 που οιακίζει στ’ ατλάζι τ’ ουρανού
                               καταμεσής στην καταιγίδα;
Κι αυτή η αναιδής ερώτηση
                   που με φτύνει αναπάντητο
                              ναυαγό σ’ έρημο ακρογιάλι
γιατί ελλοχεύει εκεί
         ακριβώς πίσω απ’ το σύννεφο
                   ανάμεσα σ’ ουρανό και θάλασσα;

Εκεί ακριβώς στον ουρανόβραχο 
                        όπου με ξερνάει το μέγα κήτος                                        
ξαπλωμένο ανάσκελα να βλέπω το φεγγάρι

Κι όμως, ο άλλος δρόμος της Ανάληψης,
        ο δρόμος των αναπάντητων ερωτήσεων
είναι που μ’ ανυψώνει  
                           περιφρονώντας τη βαρύτητα
και μ’ ανεβάζει πάντα στις πηγές μου
                 να πίνω τ’ ασημένιο φως τ’ ουρανού
λαβωμένος,
αλλά κοινωνός του άρρητου λόγου
                                     που ευδοκιμεί τις νύχτες
         στ’ αστρολίβαδα της αιώνιας αφθαρσίας


                                            Γιάννης Ποταμιάνος