Πέμπτη, 14 Απριλίου 2016

Έκρηξη, λώρος ομφάλιος


Έκρηξη, λώρος ομφάλιος

Όταν ονειρεύομαι και φύγει τ’ όνειρο
                                   μένω ολομόναχος
Κι η μοναξιά είναι όπως πηχτό σκοτάδι
          υγρή να μου τρυπάει τα κόκκαλα

Μα στο υπόγειο κελάρι
το τρωκτικό μου γρατζουνάει τον τοίχο
Είναι η ζωή που λουφάζει στο σκοτάδι
       όπως η ελπίδα στην αγρύπνια μου,
όταν πλανώμαι  τη νυχτιά ανάμεσα
                                                  στ’ αστέρια
και πλάνα μου υπόσχονται  αθανασία
                                                     
Έχει γλυκόστυφη γεύση
              τα βράδια ο ουρανός
                               όπως ώριμο αγραπίδι
Κι η θλίψη με τη σιωπή
                                    πάντα ξωπίσω μου
                    όπως πλανήτης με φεγγάρια

Πως αλλιώς αφού η θλίψη είναι
                                    ο δικός μου δρόμος
             στο λιγοστό φως του φεγγαριού;
Η θλίψη που γεννά το αβέβαιο βήμα
                            που δεν ξέρει που πατά

Η σιωπή είναι ο δικός μου δρόμος
Η σιωπή που ψηλαφά το αβέβαιο χέρι                                        
                     ανάμεσα στα δευτερόλεπτα

Πως αλλιώς αφού κοντό το σχοινί
                 που μας δένει στον πάσσαλο;
Έτσι για να ‘ναι μικρός ο κύκλος
            στης βοσκής μας τ’ αστρολίβαδο
                                        

Πως αλλιώς
αφού πιο εύγλωττη η σιωπή
                                              απ΄ τη λαλιά
                πιο βροντερή απ’ την  έκρηξη;
Η σιωπή είναι που επωάζει λόγο

Γι αυτό θλίψη και σιωπή
                         πλέκουν φως και όνειρο
          στο υπόγειο με το πηχτό σκοτάδι
όπου μηδέν και άπειρο συνυπάρχουν
και κλώθουν το αυγό της νέας έκρηξης
Πως αλλιώς αφού ζείδωρη η έκρηξη
                 λώρος ομφάλιος με τη ζωή;

                                    Γιάννης Ποταμιάνος