Σάββατο, 26 Μαρτίου 2016

Ο θεμέλιος μονόλιθος


Ο θεμέλιος μονόλιθος  

Ο θεμέλιος μονόλιθος
                                 δεν μπορεί να  ‘ναι 
                                      μια πέτρα απλή
Πρέπει να σκαλιστεί περίτεχνα
                        απ’ τα χέρια του τεχνίτη
να ποτιστεί με τον ιδρώτα
                          και το αίμα του εργάτη                    
Κι απ’ την ψυχή του πρωτομάστορα
                  να στιλβωθεί τη λαμπηδόνα
που μεταρσιώνει το φθαρτό
                                   και μοιάζει αιώνιο 
Ο θεμέλιος μονόλιθος
            που πάνω του στηρίζεται                                                    
                                                  το ποίημα
πρέπει να ναι σκληρός σαν τη σιωπή
να θάβεται στο χώμα
        και ν’ απλώνει τις ρίζες του βαθιά
                                         μες τα θεμέλια
για να καρπίζει ο στόνος σπλαχνοσύνη   
                   στ’ ακροκέραμα της στέγης
να μην ξεχνιούνται  
                               όσοι κοιτάνε ουρανό

                               Γιάννης Ποταμιάνος

Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Οι βραχονησίδες

   
Οι βραχονησίδες   

Οι βραχονησίδες των αρχών υψώνονται
                       στο Αρχιπέλαγος του τυχαίου
Θαλασσοδέρνονται στις συγχορδίες
                     των κυμάτων  των αμφιβολιών
Έτσι που να οιακίζεις όπως βαρκούλα
                                       στη θαλασσοταραχή

Κι όμως καταμεσής στο πέλαγος
                δρέποντας αβεβαιότητα
                                ταξιδεύεις για μια Ιθάκη
Πιο επίμονος κι από μυρμήγκι
                         κουβαλώντας το φορτίο σου

Βαθύτερη βλέπεις κι απ’ τον πόθο,
αφού αμάραντο εκβλάστημα ονείρων,
                        της μήτρας είναι η νοσταλγία

                                     Γιάννης Ποταμιάνος


Τετάρτη, 16 Μαρτίου 2016

Συννέφιασε στην Ειδομένη

   
Συννέφιασε στην Ειδομένη   

Συννέφιασε
Αυτών η μοίρα γράφτηκε στον ουρανό
στη βουβή σιωπή που θρυμματίζεται
                                        απ’ τ’ αεροπλάνα
        και το κροτάλισμα των πολυβόλων

Συννέφιασε
Απ’ τα βράχια οι σειρήνες τραγουδούν
                                   πλάνες υποσχέσεις
Αυτών η μοίρα γράφτηκε στη θάλασσα
ταξιδεύει με τα κύματα
          στο ασημένιο φως του φεγγαριού
Ο φόβος τους μυρίζει αλμύρα
Στη σκοτεινιά της θάλασσας
                        χάνεται το πρόσωπό τους
Μόνο τα χέρια τους σφιχτά
                                          κρατάνε τη ζωή
                      και επιμένουν στην ελπίδα

Συννέφιασε
Οθνεία τέρατα γέμισαν τους ουρανούς
Κοπάδια ανθρώπων 
      τρέχουν να ξεφύγουν απ’ το πόλεμο
Παιδιά, πολλά παιδιά
            ζωσμένα τα υπάρχοντά τους
                                                 προχωρούν
Κι η λάσπη επιμένει ως το γόνατο
          για να βουλιάζουν τα όνειρα τους

Συννέφιασε
Το φίδι γέννησε ξανά το αυγό του
                                               στην Ευρώπη
Μες στη σκηνή μια Παναγιά κοιμίζει
                                τ’ άρρωστο παιδί της
Απ’ έξω βροχή, λάσπη και απόγνωση
κι άνθρωποι που περιμένουν   
                              για ένα κομμάτι ψωμί

Συννέφιασε
Στη λάσπη της Ειδομένης σπέρνεται 
                                    ο σπόρος της οργής
Αυτό το ουρλιαχτό το τόσο ανθρώπινο
                        που τσαλακώνει την ψυχή
     χάνεται στους βουερούς χειμάρρους
Αυτό το ουρλιαχτό είναι η ικεσία
                              για μια θέση στον ήλιο

Συννέφιασε στα συρματοπλέγματα
Συννέφιασε και στις καρδιές
                                             των ανθρώπων
Τα χρόνια είναι πέτρινα
             σ’ αυτά δοκιμάζεται η Ανθρωπιά
γι’ αυτό δώστε μια ελπίδα στα παιδιά
                        να μην βουλιάξει ο κόσμος

Συννέφιασε στην Ειδομένη
Γιατί σιωπούν οι ποιητές;
                        Γιατί σιωπούν οι Άνθρωποι;


                                    Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Τροχιές παράλληλες όπως βίοι

Τροχιές παράλληλες όπως βίοι

Αυτή η σύγκρουση
                             που ανατινάζει τη γνώση
Δύο σωμάτια όπως σώματα
τρέχουν αλλόφρονα
             σφιχταγκαλιάζονται μέχρι θανάτου
Χάνονται ανάμεσα σε ερωτήματα
                                     ίσως και αισθήματα
Σ’ ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή, όπου
ενεστώτας παρατατικός και μέλλων
                       περιφέρονται βουστροφηδόν
στο ίδιο χρονοχώραφο  
                     ή μάλλον στο ίδιο πεπρωμένο
Εκεί ανάμεσα σε χρονολείψανα  
                                    και πεθαμένες λέξεις
που μοσχοβολάει αποσύνθεση
                                   ή μάλλον ερημοσύνη
Εκεί που ο θάνατος γαυριάζει αδέσποτος
        αλυχτάει επίμονα στη ζωή ματαιότητα,
          ορθώνοντας σαν Λίγκας τη δορά του
Ώσπου να ‘ρθουν νέες εξισώσεις
                                         ή μάλλον σχέσεις
που ανατρέπουν συνειδήσεις
και στομώνουν το δρεπάνι της θεωρίας
                               ή  μάλλον της ζωής μας
και μένει η γνώση ή μάλλον ο πόθος
                                     αθέριστος λειμώνας
να λικνίζεται στην αιώρα του λόγου
                                     ή μάλλον του έρωτα
ώστε να ζαλίζεται το συνειδητό
και να βγαίνει το παράλογο
                              στα ξάγναντα της νύχτας 
      ή μάλλον στης καρδιάς τις μαρμαρυγές
Να με ψάχνει στα άστρα
                                    ή μάλλον στα όνειρα
και να μη με βρίσκει

                                     Γιάννης Ποταμιάνος


Τετάρτη, 2 Μαρτίου 2016

Το μαγικό βοτάνι


Το μαγικό βοτάνι  

Με την πρώτη αχτίδα της αυγής
                    σκοτώθηκε το όνειρο της νύχτας
Όταν απ’ την απέναντι βουνοκορφή 
                                                                ανέτειλε
το σκληρό πρόσωπο της μέρας

Κι έβγαιναν απ’ την κρύπτη τους
              όσοι βύζαξαν στο μεσονύχτι
                                                 το μαγικό βοτάνι
Λόγια μινυρίσματα
             κυμάτων ψιθυρίσματα
                           μες στις σπηλιές των βράχων

 Με την πρώτη αχτίδα του ήλιου μαχαιριά
                                                           κατάστηθα
                   έβγαιναν στης μέρας τα σκοτάδια
όσοι βυθοσκόπησαν τα βάθη της σιωπής
                                           παρέα με τ’ αστέρια
Όσοι παλεύοντας με το αδιανόητο
                                   αυτό που αλλιώς λέγεται
                                       η αγωνία του θανάτου
Ή μήπως καλύτερα ας το πούμε
                                   ο φόβος της ανυπαρξίας

Με τη πρώτη αχτίδα της αυγής έβγαιναν
                                        μ’ ένα στίγμα σκοτεινό
                               στην κόρη του ματιού τους
Όσοι ξεσκίζοντας με τα νύχια
                                           τη δορά της ερημιάς 
                                    ως το βαθύτερο σκοτάδι
Έτσι που το μόνο φως να πηγάζει
                                             απ’ τα σωθικά τους
Κι ένας δεύτερος ουρανός τώρα μέσα τους
     γεμάτος αστροφεγγιά κι εσώτερη γαλήνη
να περιμένει το σκληρό πρόσωπο της μέρας
                                                       στην ανατολή

Με την πρώτη αχτίνα της αυγής
                      σκοτώθηκε το όνειρο της νύχτας
Πως αλλιώς αφού οι Σαράφηδες της μέρας
                              διαγουμίζουν τα όνειρά μας
Γι αυτό όσοι παλεύοντας για το αυτονόητο  
         αυτό που αλλιώς λέγεται καλύτερη ζωή  
αδημονούν για τ’ ασημένιο φώς
                                                      του φεγγαριού  
μήπως και στο γόνιμο χώμα της νυχτιάς
                                     ανθίσει νυχτολούλουδο

                                         Γιάννης Ποταμιάνος