Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Περιμένοντας τα πουλιά


Περιμένοντας τα πουλιά  

Ολημερίς  
κλεισμένος στο κλουβί του
                                περιμένει τα πουλιά
Αλλά τα πουλιά δεν έρχονται
                             τον έχουν λησμονήσει

Όμως,
αυτός  πάντα περιμένει τα πουλιά
πάντα περιμένει το φτερούγισμα  
                                               του σμήνους
Αφού κάποτε, ήταν ταξιδιάρικο πουλί
                          κι έλαμνε στους ανέμους

Αλλά τώρα, που δεν υπάρχει πια ταξίδι
                            και σκόρπισε το σμήνος
του έμεινε μόνο η προσμονή
Γι’ αυτό λοιπόν,
κλεισμένος στο κλουβί του
                                  περιμένει  τα πουλιά

Ολημερίς, ματαίως περιμένει
                    να κελαηδήσουν τα πουλιά,
να λάμψουν
            ιριδίζοντας στο γαλάζιο ουρανό
γιατί τα πουλιά πια δεν έρχονται
                             τον έχουν λησμονήσει

Έτσι λοιπόν κι αυτός, νυχτοβάμονας
                        την ώρα του λυκόφωτος
                      βγαίνει απ’ το κλουβί του
και σε μονοπάτια δνοφερά
                                      σεληνοστάλακτα,
μέχρι το λάλημα του πετεινού
                                ψάχνει το νέο αστέρι

Ψάχνει
μέχρι την ώρα της ανατολής,
που επιστρέφει ασπαίροντας
                              στην πάχνη  του τοπίου
Και με το λάλημα του πετεινού
σφάζει το πεπρωμένο του
                                καταμεσής του ήλιου

Τότε είναι
που βλέπει τον άδειο ουρανό
και τη σκιά της μέρας
                                     να τον καταδιώκει  
επίμονα και απροκάλυπτα
                        σαν ευσυνείδητος χαφιές

Ακριβώς τότε είναι,
που νοιώθει κατάστηθα
                 της μέρας τη πρώτη  μαχαιριά
και επιστρέφει στο κλουβί του
                                             αταξίδευτος
με την πληγή του χαίνουσα
                                           να αιμορραγεί
σαν κόκκινο γαρύφαλλο στο στήθος
Γιατί άλλη μια μέρα, χάθηκαν τα πουλιά
                               χάθηκαν και τ’ αστέρια


                                 Γιάννης Ποταμιάνος