Κυριακή, 22 Ιουνίου 2014

Σύννεφο με νυφικό

    
Σύννεφο με νυφικό

Το σύννεφο φορούσε άσπρο νυφικό
         ήταν διάφανο όπως γυάλινο ενυδρείο
και μέσα του κολυμπούσαν 
                                               όμορφα κορίτσια
γυμνά, με τον ήλιο ανάμεσα
                         στους ανοιχτούς μηρούς τους
Κι ο αέρας έφερνε τον εύοσμο οίστρο
                                              της υγρασίας τους
Κι ορθώνονταν το φλογοδίαιτο ορμέφυτο  
                               των νυμφόληπτων νεαρών

Ένας ψαλμός ανέβαινε ως τα ουράνια
                         μακάριοι οι ιπτάμενοι άγγελοι,
                              μακάριοι κι οι νηφμόληπτοι
Ίσως αυτοί μυρίσουν τα λευκά στήθη
                                  μες τα διάφανα σεντόνια
Εκεί κοντά στο λυκαυγές
            που τα χέρια ασυναίσθητα
                                           ψάχνουν άλλα χέρια
τα σώματα άλλα σώματα,
                                       τα όνειρα άλλα όνειρα

Όταν ο βραχνός τζίτζικας τραγουδάει
                                          μόνο για το τραγούδι
κι ο πόθος γυρεύει απεγνωσμένα πόθο,
ίσως κι ο ξαγρυπνισμένος ποιητής βρίσκει
          τον έρωτα στην άκρη της γραφίδας του

Κι όλα αυτά πριν το ξημέρωμα
                     που ξυπνάει ο ανθρωποφύλακας,
αυτός ο ληξίαρχος των πόθων
      που τακτοποιεί το χάος του βυθού
                                              πριν την κάθε αυγή
Ποιος ξέρει; Ίσως ο έρωτας
                                      είναι μύστης των σκιών
φυτρώνει σε μέρη σκιερά κι απρόσιτα
όπως αγριολούλουδο στα κρημνά των βράχων
Εκεί ανθίζει και σκορπάει την ομορφιά του
να τη φοράει το άσπρο σύννεφο,
          που ταξιδεύει στους  γλαυκούς ορίζοντες
Έτσι για να κολυμπούν μέσα του,
όμορφα κορίτσια με ανοιχτούς μηρούς
                                 και μακροβούτια του βυθού

                             15 Φλεβάρη 2014
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 8 Ιουνίου 2014

Φεγγάρια στα παλιά παράθυρα


Φεγγάρια στα παλιά παράθυρα

Όχι δεν είναι η αγάπη
                                της παλιάς μου γειτονιάς
Είναι η νοσταλγία της νιότης μου

Όχι δεν είναι ο κάμπος και τα ποτάμια
Είναι η νοσταλγία της ομορφιάς

Όχι δεν είναι ο  έρωτας ο παιδικός
εξ άλλου δεν ήσουν παρά μια εικόνα
                                                στο γυναικωνίτη
ένα καθάριο πρόσωπο του τρίτου θρανίου
κι εγώ ένα αγόρι με κοντά παντελόνια
                                            και μαύρα γόνατα

Όχι δεν είναι το μινόρε της αυγής
                                           στην ακροποταμιά
Ούτε τ’ αηδόνι
                στα πυκνά φυλλώματα της όχθης
Δεν είναι η γκαζόζα στο κεντράκι
                          με τα πολύχρωμα λαμπιόνια
        σαν χελιδόνια στο σύρμα κρεμασμένα
ούτε τα τραγούδια του Γρηγόρη
                                               στο Τσουκ Μποξ
Είναι η νόστος της αθανασίας,
το κοφτερό κρυφό σπαθί
                        που βγάζω απ’ το θηκάρι του
όταν μονομαχώ με το απερινόητο                                                 
              τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα

Όχι δεν είναι τα φεγγάρια
                                      στα παλιά παράθυρα
Είναι το κλουβί  που κελαηδάει η μνήμη
                                και με κρατάει ξάγρυπνο
                                    στη ντάπια ως το πρωί

Είναι η μάχη μου ενάντια
             στο απέραντο μαύρο που φοβάμαι
Είναι ο φόβος
       του παιδιού που μεγαλώνει στ’ άστρα
διανύοντας έτη φωτός μες το σκοτάδι

                             21 Φλεβάρη 2014
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Πέμπτη, 5 Ιουνίου 2014

Η γλώσσα είναι Προκρούστης


Η γλώσσα είναι Προκρούστης

Η γλώσσα είναι Προκρούστης
μ’ ένα κρεβάτι κι ένα πέλεκυ
                                                    στον ώμο
που καρτερεί για φόνο
Η γλώσσα είναι ένα καράβι
                  στους ωκεανούς του γαλαξία

Όμως, αφού πλέει
                                       μόνο στα κύματα,
Χάνει το βυθό, χάνει τη χάρη
Γιατί όσο κι αν φυσάει ο αέρας
                                               τα πανιά μας
η χάρις βρίσκεται
                       στο πήδημα του δελφινιού
στης φάλαινας το μακροβούτι

Η χάρις βρίσκεται
                                στην άρρητη ομορφιά
που αφήνει άναυδους τους ποιητές
                                                χωρίς τη λέξη
Όπως οι δύτες όταν βυθοσκοπούν
                                                    χωρίς αέρα
που νοιώθουν την ασφυξία του βυθού
κι όμως επιμένουν να γλεντούν
                                       απρόσιτη ομορφιά

Κι όσο η γλώσσα πλέχει
                    στην επιφάνεια και το σχήμα
το όνειρο περιφρονεί
            το χώρο και το χρόνο
                        και θωπεύει το πραγματικό,
δηλαδή απλώς θωπεύει το άρρητο
δοκιμάζοντας τους πρώτους φθόγγους
Γι’ αυτό η λέξη είναι
            η συνουσία του ονείρου
                                                με το άρρητο
Έτσι η γλώσσα και η ουτοπία
στέλνουν δικούς τους αγγελιοφόρους
                                           στο πραγματικό,
τη λέξη και το όνειρο

Αφού το δέος μπρος το άρρητο
        καθορίζει τη βαρύτητα των εννοιών,
η λέξη και το όνειρο
                              είναι δίχτυα αλλότροπα
Η λέξη και το όνειρο είναι
                                    φασματικές γραμμές
στο συνεχές φάσμα του πραγματικού
Έτσι που στο πεπερασμένο της νόησης
να γίνεται αντιληπτή
                                η κίνηση της σαύρας
και η συνάφειά της με τον πελαργό

                                   23 Αυγούστου 2012
                                   Γιάννης Ποταμιάνος