Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Κατά της βαρύτητας




Κατά της βαρύτητας  

Σε ψάχνω
            κι αδιαφορώ αν θα σε βρω
Για μένα μετράει
                     το πρώτο πρώτο βήμα
που σπάει την ακινησία του νου
Το βήμα που περιφρονεί
                                    την ευστάθεια
του αρχέγονου τετράποδου
και με στήνει μετάρσιο 
                           στα δύο μου πόδια

Σε ψάχνω
              κι αδιαφορώ αν θα σε βρω
γιατί αυτό που μετράει για μένα
είναι η λασπουριά που φέρνει
                                           ο ποταμός
να πλάθω με τον πηλό της, ιστορία

Σε ψάχνω
            κι αδιαφορώ αν θα σε βρω
γιατί μου αρκεί η χάρις
                               να απογειώνομαι
         περιφρονώντας τη βαρύτητα
καθώς θεώνομαι πίνοντας το φως
                                    του φεγγαριού
γουλιά γουλιά τα βράδια

Σε ψάχνω
            κι αδιαφορώ αν θα σε βρω
γιατί ολόγυμνος μέσα κι έξω
                                           αφήνομαι
στον πόθο
         του μακρινού και ανεξήγητου

Σε ψάχνω και πάντα θα σε ψάχνω
γιατί όσο σε ψάχνω σε ψηλαφώ  
                             κι ας μη σε βρίσκω
Μου αρκεί που θάλλει
άκτιστο το μυστικό
                                 της πυρπόλησης
των άστρων που φλεγόμενα
                                               φωτίζουν
συμπαντικές διαδρομές
                                          αιωνιότητας  

Σε ψάχνω και πάντα θα σε ψάχνω
εκεί που συντρίβεται
                                  το πρόσωπό μου
                           στο αμόνι του χρέους
όπως τον παλιό καιρό
της αμαρτίας
                         που την είπανε αγάπη
Μου αρκεί που βρίσκω
                             του παλιούς ανέμους
να φουσκώνουν τα πανιά μου

Το ταξίδι υπάρχει ακόμα γι’ αυτό
     σε ψάχνω και πάντα θα σε ψάχνω
βαθιά στα μυστικά περάσματα
                                             των βράχων
στους κίτρινους κάμπους και
                    στις πληγές των δέντρων
στα ροζιασμένα μπράτσα και
       τη σιωπή αυτού που δεν μιλάει

Σε ψάχνω και πάντα θα σε ψάχνω
         στις πλατείες και τα πεζοδρόμια
στα πρόσωπα των αποφασισμένων
στο δίκιο που ανεμίζει στις παντιέρες
στις φωνές, στις οσμές και στην οργή
αυτού που φοβάται ακόμα

                               1 Ιουνίου 2013

                            Γιάννης Ποταμιάνος