Κυριακή, 29 Δεκεμβρίου 2013

Ο τηλεβόας


Ο τηλεβόας 

Ο τηλεβόας μου περιμένει στο υπόγειο
   σκεπασμένος απ’ τη σκόνη των καιρών
κι ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμα
Η σκόνη σιγά σιγά γίνεται πέτρα
                             κι η φωνή μου απολίθωμα

Ήρθαν τα όνειρα με το φεγγάρι
                                    κι έφυγαν με την αυγή
Ποτέ δεν υπήρξα μισθοφόρος
                        κι ένοιωθα πάντα ελεύθερος

Όμως ένα αόρατο συρματόσχοινο
      μ’ έσερνε πάντα στους ίδιους δρόμους
κι όταν λάθευα χώνονταν βαθιά
                                 μες στους καρπούς μου
Έτσι κι εγώ ο κληρονόμος των φτερών
                           ακόμα ονειρεύομαι ταξίδια

Είμαι δεινός κολυμβητής
κι όμως αυτό το Ευρίπειο στενό
                                     με τα πισωγυρίσματα
        ένα στενό σαράντα μέτρα, με κιοτεύει
Κι ο τηλεβόας μου φορτωμένος
                     τη σκόνη των καιρών σωπαίνει

Όμως ένα δάσος κεφάλια χιονισμένα
                          που τα πρόλαβε ο χειμώνας
ξέρουν πως ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμα
Γι αυτό ο παλαίμαχος τηλεβόας μου
περιμένει στο υπόγειο
                         να γυρίσουν σελίδα οι καιροί
Τα κεφάλια ασπρίζουν,
               τα μέτωπα ζαρώνουν,
                            μα οι καρδιές αμετακίνητες
Γιατί έτσι κι αλλάξουν το ρυθμό τους
                         ένα συρματόσχοινο τις πνίγει

Κι ο νέος χρόνος έφτασε ξανά
                  κι ο πόλεμος δεν τέλειωσε ακόμα
Γι αυτό ο τηλεβόας μου περιμένει
                     να τινάξει τη σκόνη των καιρών
Κι εγώ αμετανόητος ονειρεύομαι
       να περάσω απέναντι το Ευρίπειο στενό
και θα περάσω σε πείσμα των καιρών
                       κουβαλώντας στην πλάτη μου
όσα ιερά κι αγαπημένα φύλαξα
                          με στοργή, σύνεση και πίστη

                                           27 Δεκεμβρίου 2013

                                            Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2013

Στήλες άλατος


Στήλες άλατος

Μας κάλεσαν
οι καιροί
Και εμείς γυρίσαμε
και παλέψαμε
Στα μονοπάτια της παλάμης
αμφισβητήσαμε την μοίρα,
αλλά αυτοί
στήλες άλατος μας άφησαν
μετέωρες
κι αδύναμες
ν’ ατενίζουμε την αδικία
του κόσμου

Όμως εμείς
το αλάτι μας σκορπάμε,
στον άνεμο
αμετανόητοι
νοστιμίζοντας την Ιστορία

             12 Σεπτεμβρίου 2009

              Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 8 Δεκεμβρίου 2013

Ενεχυροδανειστήριο


Ενεχυροδανειστήριο 

Στα ράφια πολύτιμα κι αγαπημένα
                          περιμένουν ξεχασμένα
Στα συρτάρια ασήμια και χρυσάφια
Ερίτιμα τιμαλφή
Το χρυσό ρολόι του παππού
                         στην πόλη αγορασμένο
σε περίτεχνη αλυσίδα κρεμασμένο
Τα ασημένια σερβίτσια της γιαγιάς
                       δώρο απ’ τη γιαγιάς της
Ενώτια
δαχτυλίδια, βραχιόλια, περιδέραια
δυο βέρες για πάντα μαζί
                      ακόμα και στο συρτάρι
Όλα πολύτιμα κι αγαπημένα
                          περιμένουν ξεχασμένα
μνήμες, χαρές, λάμψεις ζωής

Και κάπου εκεί
                       στο τρίτο ράφι αριστερά
Ενδυμίων ο εκποιημένος εαυτός σου,
αγέραστος κοιμάται και σε περιμένει

                            13 Νοεμβρίου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 1 Δεκεμβρίου 2013

Η μεγάλη Αγκαλιά


Η μεγάλη Αγκαλιά  

Μιλούσε για τα μεγάλα όνειρα
                                 για τις μεγάλες ιδέες
για το επιτακτικό καθήκον
για το βάρος του μέλλοντός μας
                            που συνθλίβει το παρόν
Μιλούσε
Και τα παιδιά έπαιζαν στο πάρκο
                    με αφηνιασμένα ποδήλατα
σηκωμένα στην πίσω ρόδα τους
Μιλούσε για τα μεγάλα όνειρα
Όταν οι ανασφάλιστοι τεχνίτες
                               έκοβαν τα χέρια τους
και στα μάτια του τρεμόπαιζε
                                            η μέσα φλόγα
Μιλούσε και το ρέμα που κυλούσε
             μινυρίζοντας στις πλατανόριζες
έδειχνε το μεγάλο δρόμο,
το αναπόφευκτο ταξίδι
                           για την αιώνια θάλασσα
με τα σιωπηλά τέρατα
    και τους ανεξερεύνητους βυθούς της
Μιλούσε και το ρέμα τραγουδούσε
                                          το μεγάλο ταξίδι
για τη μεγάλη μητέρα των όντων
τη μεγάλη αγκαλιά των ποταμών
                                         και των ονείρων

                                   28 Οκτωβρίου 2013

                                   Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Οι νυχτερίδες


Οι νυχτερίδες  

Όταν έπαιζε το φεγγάρι
                                   στις βουνοκορφές,
εγώ ξάπλωνα στο κρεβάτι μου
κι έρχονταν οι νυχτερίδες
                                            τα μεσάνυχτα
έφερναν δυο γύρους στο ταβάνι
                      κι έφευγαν για το φεγγάρι

Έπαιζαν στις βουνοκορφές κρυφτό
                  με το φεγγάρι οι νυχτερίδες,
Καμιά φορά 
έπαιρναν κι εμέ μαζί τους
                                   ψηλά στον ουρανό
Έσερναν το άρμα μου πάνω
                 απ’ τις κορυφές των δένδρων
και μέχρι το πρωί πετούσαμε
               πάνω από κάμπους και βουνά
                               ανάμεσα στ’ αστέρια

Ώσπου ξαφνικά, λίγο πριν τη χαραυγή
μ’ άφηναν από ψηλά
                       να πέσω στο κρεβάτι μου
κι έφευγαν πίσω στα βουνά 
                            όλες μαζί, χωρίς εμένα                                     
για τις σπηλιές
            και τα χαλάσματα των κάστρων

Έφευγε και το φεγγάρι
        και το άρμα μου γίνονταν κρεβάτι
να σκουριάζει μαζί μου
κάτω απ’ τα σεντόνια
                                  στην πρωινή αιθρία

                             3 Οκτωβρίου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013

Όμορφη σαν Ιδέα

   
 Όμορφη σαν Ιδέα  

17 Νοέμβρη επέτειος
                            ο δρόμος πεδίο μάχης
πεσμένες σημαίες
       τσακισμένα πανό και κίτρινη σκόνη
                                       
Οι ανθρωποφύλακες με τις ασπίδες
Οι ανθρωποφύλακες με τα δακρυγόνα

Πλήθος αμέτρητο στους παράδρομους
             υψωμένες γροθιές, συνθήματα
κι εσύ ανάμεσά τους
                                με κόκκινο φουστάνι
οργισμένη σαν ηφαίστειο
                                       όμορφη σαν ιδέα

Κι εγώ ξωπίσω σου μια ζωή
       με το σημάδι σου κατακούτελα
                 να σ’ ακολουθώ σαν οπτασία
                                            

                             4 Νοεμβρίου 2013

                            Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 10 Νοεμβρίου 2013

Αυτό το καράβι


Αυτό το καράβι  

Αυτό το καράβι δεν έφυγε ποτέ
              έμεινε για πάντα στο μουράγιο
Μακριά χοντρά παλαμάρια το κρατούν
                                      δεμένο στη στεριά
Ο μέρες του περνούν ίδιες σαν βαγόνια
                                         πάνε κι έρχονται
τα κύματα του φέρνουν μηνύματα
του τραγουδούν θαλασσινά τραγούδια

Αυτό το καράβι δεν έφυγε ποτέ
                    δεμένο ονειρεύεται ταξίδια
χαιρετάει τ’ άλλα καράβια
                        που ‘ρχονται και φεύγουν
και προσμένει το παρθενικό του ταξίδι
για πολιτείες μακρινές
                              στα βάθη του ορίζοντα

Αυτό το καράβι δεμένο στη στεριά
          είναι ερωτευμένο με την τρικυμία
που λυσσομανά από έρωτα και μίσος
Αυτό το καράβι
στέργει  μολυβένιο ουρανό
                                   κι αέρα αδυσώπητο
να μαστιγώνει τα πλευρά του

Αυτό το καράβι το κατοίκησε η μοναξιά
ταξιδεύει δεμένο αταξίδευτο ταξίδι
                                             δίχως γυρισμό  
Γι’ αυτό  
ο θάνατος που του πρέπει είναι
           η τρικυμία σ’ ατέλειωτη θάλασσα

Έφυγε η άνοιξη, έφυγε και το καλοκαίρι
κι αυτό το καράβι προσμένει
                     ερωτευμένο με την τρικυμία
γι’ αυτό  θυμωμένε ουρανέ
                         στείλε την καταιγίδα σου
να κόψει τα δεσμά
        που το κρατούν δεμένο στη στεριά
ν’ ανοίξει τα φτερά του
          κι’ ας συντριβεί μες στ’ όνειρό του

                           22 Οκτωβρίου 2013
                                                               Γιάννης Ποταμιάνος

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2013

Το ταξίδι


Το ταξίδι

Ένα ταξίδι είναι η ζωή στ’ αστέρια 
     μια λάμψη ξαφνική μες το σκοτάδι
που ταξιδεύει στις αιώνιες
                      φρυκτωρίες των άστρων
Ένα ανάβλεμμα απολογισμού
               λίγο πριν το μαύρο βάραθρο

Ένα ταξίδι είναι η ζωή στη θάλασσα
                           μ’ ορθόπλωρο καράβι
            ένα ταξίδι δεμένο στο κατάρτι
Κι ο άνεμος
με τα φουσκωμένα μάγουλα
                       να πνέει για το επέκεινα

Αχ! Ο άνεμος
που σχεδόν πιάνω στα δάχτυλά μου
                                               μου γνέφει,
με καλεί να γίνω σύννεφο,
                                         να γίνω βροχή
         να γίνω κεραυνός και καταιγίδα,
χείμαρρος στα ρείθρα των βουνών,
                           ταξίδι για τη θάλασσα

Αχ! Ο άνεμος
                     Ένα ταξίδι είναι ο άνεμος
ένας κύκλος είναι το ταξίδι
                    από θάλασσα σε θάλασσα

Κι η ζωή;
Αχ ένα ταξίδι είναι η ζωή
                                 στα σκλαβοπάζαρα
Ένα ταξίδι αταξίδευτο,
Κι εμείς χρονοταξιδευτές  δεμένοι
                                               με αλυσίδες
όπως δούλοι
                      σε κουπιά αρχαίου πλοίου

Αχ η ζωή!
Ένας δουλέμπορος είναι η ζωή
πουλάει το κορμί και το μυαλό μας
                                                     όσο όσο
Κέρδος, κέρδος και ευτέλεια
                      φτώχια, μιζέρια κι αγωνία
που είσαι αξιοπρέπεια
                                      που μας έπρεπες  

Δούλοι στα κουπιά
                      δούλοι και το εμπόρευμα
Ένα χρονοτάξιδο είναι η ζωή
             μ’ αρχαίο πλοίο δουλεμπόρου
Ένα χρονοτάξιδο στο φως   
     μια λάμψη ξαφνική μες το σκοτάδι
μ’ ένα ανάβλεμμα απολογισμού της
                                               για επίλογο

Ένα ταξίδι είναι η ζωή
                                     κι ένα ανάβλεμμα
γι’ αυτό όσο μπορείς μην τα ευτελίζεις

Με πείσμα κάστορα
     γκρέμιζε δέντρα και χτίζε φράγματα                
Ν’ αλλάξεις τη ροή του ποταμού
                       μπορείς, μην τα ευτελίζεις

                           9 Σεπτεμβρίου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος






Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

Οδός Ερμού


Οδός Ερμού 

Όπως κάθε πρωί αυτός ο εργάτης
                     στάθηκε μπρος στον καθρέφτη
πήρε το ξυράφι του και ξυρίστηκε
Μετά άρχισε να κόβει τα δάχτυλά του                                      
    και ένα ένα να τα τυλίγει σε μια πετσέτα

Στο δρόμο συνάντησε ένα γενειοφόρο
- Είμαι ο Μαρξ του είπε, μην ξεχνάς
                             πως εσύ είσαι το αφεντικό
Παρακάτω ο Λένιν μ’ ένα πολυβόλο
                         θέριζε τα «παλαιά ανάκτορα»

Προχώρησε κι έστησε τον πάγκο του
                                                  στην οδό Ερμού
 Έβαλε επάνω τα δάχτυλά του στη σειρά
                                   κι άρχισε να τα πουλάει

Κάποιοι μουσικοί
                               στο απέναντι πεζοδρόμιο
        πουλούσαν τις φωνητικές χορδές τους
Δύο πουδραρισμένοι ηθοποιοί
                                     άσπροι σαν αγάλματα
             στέκονταν ακίνητοι στα βάθρα τους                                                
Ένας λαχειοπώλης στο σταυροδρόμι
                          πουλούσε κομμάτια ελπίδας
Ενώ ένας κουλουρτζής πουλούσε
                          λαχταριστά κομμάτια πείνας
Και λίγο πιο κάτω ένα γραφείο τελετών
                   πουλούσε γνήσιο μαύρο θάνατο
Στην οδό Ερμού όλα πουλιούνται
          υλικά και άυλα, ανθρώπινα και θεϊκά

Ο Μαρξ στο απέναντι πεζοδρόμιο
           τραβάει τα γένια του αγανακτισμένος
και επιμένει:
-Στον καπιταλισμό όλα πουλιούνται
αλλά μην ξεχνάς
                  ο άνθρωπος δεν είναι εμπόρευμα
Όμως αυτός ο εργάτης,
εδώ κι εκατοντάδες χρόνια
          κάθε μέρα κατεβαίνει στην οδό Ερμού
στήνει τον πάγκο του και πουλάει
                                  τα κομμένα δάχτυλά του

Κάποια μέρα πέρασαν κάποιοι αρχάγγελοι
    με τα σπαθιά τους και τις πανοπλίες τους,
τον ρώτησαν ποιος φταίει και οι άνθρωποι
                                          είναι δυστυχισμένοι
Αυτός όμως δεν είχε δάχτυλα στα χέρια του
                           να τους δείξει τον υπεύθυνο
και βγάζοντας μια τρομερή κραυγή
                               τους έδιωξε απ’ την αγορά

Το βράδυ
            γύρισε στο σπίτι του ευχαριστημένος
αυτή η μέρα, του πήγε καλά  
          είχε πουλήσει όλα τα δάχτυλά του  
                                                         σε καλή τιμή

Ξάπλωσε στο κρεβάτι του
Μια αφίσα του Μαρξ
                                     πάνω απ’ το κεφάλι του
περιμένει να κοιμηθεί
                                για να μπει στο όνειρό του
Ενώ στον απέναντι τοίχο
                          ο Φρόυντ χαμογελάει πονηρά
γιατί ξέρει πως το όνειρο
             θα ορίσει τελικά την πραγματικότητα

Δίπλα του ο Κορνήλιος Καστοριάδης
κουνάει καταφατικά το κεφάλι φωνάζοντας
«η θέσμιση τη κοινωνίας είναι φαντασιακή»

Αργά τα μεσάνυχτα τον πήρε ο ύπνος
την άλλη μέρα στην οδό Ερμού πούλησε 
        και τα υπόλοιπα μέλη του σώματός του
Μόνο την καρδιά του κράτησε απούλητη
                            για να μπορεί να ονειρεύεται

Μήγαρις και πιστεύει
πως το όνειρό του κάποτε
                                    θα γίνει πραγματικότητα;
Μήγαρις κι έχει ακόμα ταξική συνείδηση;
                       Μήγαρις κι υπάρχει ελπίς ακόμη;

                                           7 Οκτωβρίου 2013
                                          Γιάννης Ποταμιάνος


Σάββατο, 19 Οκτωβρίου 2013

Βασιλικός πολτός


 Βασιλικός πολτός 

Σε μια ρωγμή του βράχου
      μινυρίζουν τ’ αγριοπερίστερα
                                    τα μυστικά τους
Τα μυστικά του έρωτα
          που αλέθονται στους βράχους
και γίνονται αστερόσκονη
               να φτερουγίζουν στ’ άστρα
                                
Σε μια ρωγμή στο μέτωπό μου
έχτισε ένα μελίσσι τις κερήθρες του
κι έρχονται οι μέλισσες
                        να θησαυρίζουν λέξεις
Λέξεις που μάζεψαν ολημερίς
                                   απ’ τα λουλούδια

Βουίζουν οι μέλισσες σε μια ρωγμή
                                    στο μέτωπό μου
               τακτοποιούν χιλιάδες λέξεις
Και κάπου σε μέρος μυστικό
                            με περισσή φροντίδα
κρύβουν
λέξεις ξεχωριστές που βρήκαν
                                          σε ποιήματα

Εκεί σε μέρος μυστικό
                        με αρχέγονες συνταγές   
ετοιμάζουν οι αρχιμάγειρες
                          μες στα πιθάρια τους
βασιλικό πολτό
                         για τη βασίλισσά τους

Εκεί κι εγώ
     με μια ρωγμή στο μέτωπο
                                               ελλοχεύω
να κλέψω τις πιο όμορφες λέξεις
                                που σου πρέπουν
να γράψω ποίημα, να σου απαγγείλω
                     μια Αυγουστιάτικη νύχτα
                                              με φεγγάρι
σαν τραγουδάει ο τζίτζικας
                     και γλυκολαλεί τ’ αηδόνι

Το καλοκαίρι έφυγε
                          κι ήρθε το φθινόπωρο
σπιλιάδες πήραν τις μέλισσες
                                    κι εσύ δεν ήρθες
κι έμεινα μόνος
      με μια όμορφη ανθοδέσμη λέξεις
και μια ρωγμή στο μέτωπο
                                      να σε περιμένω

Όμως δεν πειράζει, εκεί ψηλά
μες τη ρωγμή του βράχου
              ένα ζευγάρι αγριοπερίστερα
επιμένουν να μινυρίζουν ακόμη
                            το μυστικό μου πόνο
κι ο κρυφός μου έρωτας
                  αλέθεται στους βράχους
να γίνεται αστερόσκονη
               να φεγγοβολάει στ’ αστέρια

                          13 Σεπτεμβρίου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος


Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Ένα κορίτσι περιμένει


Ένα κορίτσι περιμένει  

Ένα κορίτσι απόψε περιμένει
Στο ρουθούνι του
                   περασμένος ένας κρίκος
Στο αυτί του κρεμασμένο
                                   ένα σκουλαρίκι
Στο γοφό του ανθισμένη  
                                         μια τουλίπα
Ανάμεσα στα πόδια του φύτρωσε
                      μια διψασμένη λεμονιά

Ένα παγόνι φόρεσε
          τα όμορφα φτερά του απόψε
κι ένα πολύχρωμο λοφίο
                                     στο κεφάλι του
Το παγόνι είναι όμορφο
                     το κορίτσι είναι όμορφο
Όλα είναι όμορφα σήμερα

Ένα κορίτσι απόψε περιμένει 
Κρατάει στο χέρι του
                                     μια μαργαρίτα
τη μαδάει και περιμένει

Στον κήπο του
                       μια διψασμένη λεμονιά
το κορίτσι χαμογελάει και περιμένει
                             ήρεμο την καταιγίδα
περιμένει να πέσει ο κεραυνός
Φόρεσε τα καλά του κορίτσι απόψε
                  κι’ ένα στεφάνι στο κεφάλι
περιμένει τη βροχή  
                     κι’ η βροχή  δεν έρχεται
Η καταιγίδα ακούγεται,
                                 να περνάει μακριά
ο κεραυνός βροντάει απόμακρα
Η λεμονιά στον κήπο διψασμένη
        περιμένει όλη τη νύχτα τη βροχή
                          κι’ η βροχή  δεν έρχεται

Ένα κορίτσι ονειρεύεται, πάλι απόψε,
                                               διψασμένο

                            11 Αυγούστου 2013
                            Γιάννης Ποταμιάνος