Τετάρτη, 31 Οκτωβρίου 2012

Ψηλαφώντας



Ψηλαφώντας  

Ψάχνω στο σκοτάδι, ψηλαφώ
                    τις λάμψεις της αλήθειας
Στους τοίχους τα παράθυρα
              με κερνούν έναστρο ουρανό
καίγεται η ύλη, ολοκαύτωμα
                            να φωτίζει το έρεβος
Κι’ οι νόμοι που ξεφτίζουν
θολώνουν τις τροχιές των αστεριών

Μόνο ο χρόνος συνεπής
                    να χαράζει μαχαιριές
                                   στο πρόσωπό μας,
να ζαρώνει τις πρωινές μας μάσκες
                                        στον καθρέφτη

Όμως αφού
στις αιώρες των θεωριών η ζάλη
Πάντα με το αμείλικτο μαχαίρι
                                     της αμφιβολίας
θα αιχμίζει ο λογομάχος
                    τη λυμφατική μας σκέψη
Αφού η αμφισβήτηση 
                             γονιμοποιεί το λόγο
κι’ ο λόγος επιμένει
              ν’ ανθίζει απ’ τις πληγές του

                               29 Ιουλίου 2011
                            Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2012

Η φλυαρία της σιωπής



Η φλυαρία της σιωπής  

Κατακερματισμένος ο λόγος μου
                                            με προδίδει
αφού όσο ομιλώ ευτελίζω
                                     το στοχάζεσθαι
Κι αυτό το ανάλγητο μωσαϊκό
                      σου λέω πως μου μοιάζει,
όταν διαρκώς
ανασυνθέτω τις ψηφίδες του
             αλλά το άπειρο του διαφεύγει

Μόνο  άναρθρη η οιμωγή μου
                                 σέβεται στον πόνο
Όσο φιδίσια η σιωπή μου φλυαρεί,
                      στο θρόισμα των εννοιών
για να δηλώνει το άρρητο
                               του στοχασμού μου

Μόνο το τιτίβισμα των νεοσσών
διαβρώνει το βράχο της ανυπαρξίας
           και γίνεται η ακτινοβολία φως
να σμιλεύει στην πέτρα στοχασμό

Τότε ακριβώς είναι που η στιγμή
                         μαχαιρώνει το συνεχές
ώστε το Αεί να γίνεται Νυν
Για να ‘ρχεται το πρόβλημα
                                             γαληνεμένο
να ξεκουραστεί σε κάποια λύση

Όμως στις εκρήξεις των καινοφανών
και πάλι η βουκέντρα  
                                     του ερωτήματος
σκαλίζει τη χόβολη,
να φουντώνει ξανά η φλόγα
                                   του προβλήματος

Έτσι που αέναα να αχολογάει   
                       το άρρητο Νυν του λόγου
στον Αεί καλπασμό μιας  
                                   ρητής ανεπάρκειας


                               1 Ιουνίου 2012
                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2012

Όνειρα οξύφωνα



 Όνειρα οξύφωνα

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
            κλώθει το κύμα τη βουή του
Εκεί που στύβει η πέτρα
                                 το ζουμί της,
κι’ ο ασβεστόλιθος
                     ιδρώνει σταλακτίτες,
εκεί λουλουδίζουν στο σκοτάδι
              τα λουλούδια του ερέβους

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
                 που ξαπλωμένη η φώκια
νείρεται την απεραντοσύνη,
αμέριμνο το κύμα
               αποκοιμίζει τ’ όνειρό μου

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές
     που παφλάζει το ακατανόητο,
εκεί τ’ αυτιά των κοχυλιών
αφουγκράζονται το παράλογο
                                 των ανέμων

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές,
η απεραντοσύνη
                κρύβεται στο γαλάζιο
και το γαλάζιο με κυριεύει
                                 μέσα κι  έξω

Μέσα στις θαλασσινές σπηλιές,
γλύφει το κύμα το κορμί μου
και σμιλεύει
     τους εσώτερους βράχους μου
 λαγνοβοώντας
                      με  όνειρα οξύφωνα

Μα σαν πέσει η νύχτα,
ως κρώζον χειρόπτερο
                    ανιχνεύω την ηχώ μου
και  πετώ μες το σκοτάδι
να αφουγκραστώ τις μαρμαρυγές
                                   των αστεριών

                               7 Αυγούστου 2011
                            Γιάννης Ποταμιάνος

Πέμπτη, 18 Οκτωβρίου 2012

Περιμένοντας




Περιμένοντας  

Χρόνια στον προθάλαμο
                                νείρεται δικαιοσύνη 
κάθεται στον ξύλινο πάγκο
                           και περιμένει ακρόαση
Ο θυρωρός του ορθώνει απαγόρευση,
φουσκώνει τη χαίτη του
                          και του γρυλίζει απειλή

Αυτός κάθεται στον προθάλαμο
                                            και περιμένει
τα νύχια του μάκρυναν
          τα μαλλιά του μάκρυναν
                           τα γένια του άσπρισαν
μα Αυτός ακόμα νείρεται δικαιοσύνη
κάτι μουρμουρίζει
           κάτι σαν διαμαρτυρία,  
                               κάτι για δικαιώματα
μα το παίρνει ο άνεμος

Έτσι χρόνια στον προθάλαμο περιμένει
Ο θυρωρός πάντα στην πόρτα,
                             ορθώνει απαγόρευση
Αυτός πάντα παρακαλάει και περιμένει
ενίοτε βρίζει χαμηλόφωνα,
                                          δυσανασχετεί
Τότε ο θυρωρός του γρυλίζει απειλή
κι  Αυτός περιμένει ακόμα
                               ελπίζοντας ακρόαση

Χρόνια ολάκερα μισοκοιμάται   
          στον ξύλινο πάγκο και περιμένει
κλώθει επιχειρήματα
                                  ετοιμάζει απολογία
καλοπιάνει το θυρωρό,
τρίζει τα δάχτυλά του και αδημονεί
κρυφοκοιτάζει την πόρτα
        και ελπίζει σιωπηλός δικαιοσύνη

Άσπρισαν τα μαλλιά του
            καμπούριασε η ράχη του
                                 θόλωσε η ματιά του
μέχρι που ξέχασε τι περιμένει
Έτσι τέλειωσε τη ζωή του
                                      στον προθάλαμο,
Επειδή ακριβώς
     αφέθηκε να ελπίζει δικαιοσύνη
                                             περιμένοντας

                            28 Αυγούστου 2012
                            Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 13 Οκτωβρίου 2012

Άδηλες νοσταλγίες




Άδηλες νοσταλγίες

Με την ελπίδα σκαρφαλωμένη
                                      στο κατάρτι
και τα κουπιά να λάμνουν
                                           την ζωή
ναυαγήσαμε
              σε ευωδερούς κόλπους
                                          κοριτσιών

Κι έφυγαν χωρίς εμάς  οι ναυτικοί
Αφήνοντας τις καρδιές μας
                καρφωμένες  στη στεριά

Ακολουθεί τους γλάρους
                                      η ματιά μας
Για να ‘ρθουν
                        ταξιδιάρικα πουλιά
με το ταξίδι απλωμένο
                                στις φτερούγες

Να κελαηδήσει το φθινόπωρο 
             τις άδηλες νοσταλγίες μας

                                10 Ιουλίου 2011
                               Γιάννης Ποταμιάνος

Σάββατο, 6 Οκτωβρίου 2012

Ερωτικό μαχαίρι



Ερωτικό μαχαίρι

Αυτός αμείλικτος
ακούμπησε το μαχαίρι
                              στο λαιμό της
Αυτή τον κοίταξε στα μάτια
                              με προσμονή
Αυτός ασκαρδαμυκτί   
                            πίεσε τη λεπίδα
Το αίμα έτρεξε
                             στο στήθος της
Αυτή του φίλησε τα χέρια
Αυτός την κοιτούσε με ζήλια
            που πέθαινε από αγάπη

Όταν αυτή ασπαίρουσα
κάρφωσε  το μαχαίρι
                            στην καρδιά του
Αυτός της φίλησε τα μάτια
Όταν αυτή έστριψε το μαχαίρι
                             στην πληγή του
Αυτός νηπενθής
                   την κοίταξε με αγάπη
και είπε
              δεν πειράζει που πονάω

Κι’ όμως τίποτα απ’ αυτά
                         ακόμα δεν συνέβη                                           
Μόνο δυο νέοι κάθονται
                 και κοιτάνε το φεγγάρι
στο χέρι τους κρατάνε
                             μαχαίρι ερωτικό
φιλιούνται κι ονειρεύονται
       πώς να πεθάνουν από έρωτα

                     5 Οκτωβρίου 2012
                    Γιάννης Ποταμιάνος

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

Γυμνές λεπίδες



Γυμνές λεπίδες  

Η μηχανή γυρίζει
                    αυτός στέκει δίπλα της                          
Στο χέρι του κρατάει
                             ένα κόκκινο πουλί
Τα δάχτυλά του στάζουν αίμα

Η μηχανή γυρίζει
                   του τσακίζει τα δάχτυλα
Η μηχανή γυρίζει  
                      του τσακίζει τα όνειρα
Τα όνειρά του στάζουν αίμα

Αυτός στέκει δίπλα της
Περήφανος στον πόνο, μαρμάρινος
το πρόσωπό του ένα χλωμό φεγγάρι
Ας του γλύφει τα μάτια η απόγνωση
Αυτός στέκει δίπλα της
περήφανος και στην απόγνωση
Ξέρει καλά
πως ο δρόμος του περνάει
                                  απ’ την απόγνωση
Ξέρει καλά πως θα πληρώνει με αίμα
Αίμα για ψωμί
           Αίμα για γνώση
                   Αίμα για ελευθερία
                                         Αίμα για όνειρα

Ας γυρίζει η μηχανή
Αυτός στέκει δίπλα
                               στις γυμνές λεπίδες
Ξέρει καλά πως δεν φταίνε οι λεπίδες
Ξέρει καλά
πως το κέρδος αφήνει
                                  τις λεπίδες γυμνές
Ξέρει καλά
πως το κέρδος μασάει τα δάχτυλα

Αυτός που ωχρός δίπλα μας
                                    αιμορραγεί, ξέρει
Ξέρει και πληρώνει με αίμα
Ξέρει και επιμένει
       να σηκώνει τη σπασμένη γροθιά
Ξέρει και επιμένει
με το κομμένο δάχτυλο, τεντωμένο
να δείχνει στην Ιστορία το δρόμο της

Αυτόν λοιπόν που αιμορραγεί
                                             δίπλα μας
ακούστε τον, 
μην τον κοιτάτε, ακολουθήστε τον
            το αίμα του δείχνει το δρόμο

                             1 Οκτωβρίου 2012
                            Γιάννης Ποταμιάνος